Ταξιδεύοντας σε τέσσερις ηπείρους για πάνω από τρία χρόνια, από τη σαβάνα της Κένυας και τα ερείπια της αρχαίας Βαβυλώνας στο Ιράκ έως τη ζούγκλα στην Καμπότζη, όπου κρύφτηκαν οι τελευταίοι από τους Ερυθρούς Χμερ, ο Πολωνός δημοσιογράφος Βίτολντ Σαμπουόφσκι εντόπισε και κλείστηκε στις κουζίνες με τους πιο ασυνήθιστους μάγειρες του κόσμου: τους ανθρώπους που υπηρέτησαν πέντε δικτάτορες και έμαθαν να επιβιώνουν σε δύσκολους καιρούς.
Την περιέργεια του πυροδότησε μία ταινία με τίτλο «Μάγειρες της Ιστορίας» του Σλοβακοούγγρου σκηνοθέτη Πέτερ Κέρεκες, που αφορούσε στρατιωτικούς μάγειρες. Εκεί είδε τον Μπράνκο Τρμπόβιτς, προσωπικό μάγειρα του στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, του απόλυτου ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας. «Αυτός ήταν ο πρώτος μάγειρας ενός δικτάτορα που είδα στη ζωή μου», θα έγραφε αργότερα.
«Κάτι άστραψε στο μυαλό μου. Άρχισα να αναρωτιέμαι τι θα μπορούσαν να πουν για την ιστορία εκείνοι που μαγείρευαν στις κομβικές της στιγμές. Τι κόχλαζε στις κατσαρόλες τους όταν αποφασιζόταν η μοίρα του κόσμου; […] Σύντομα ήρθαν και οι επόμενες ερωτήσεις. Τι έφαγε ο Σαντάμ Χουσεΐν αφού έδωσε την εντολή να δηλητηριαστούν με τοξικά αέρια δεκάδες χιλιάδες Κούρδοι; Δεν είχε στομαχόπονο μετά; Και τί έτρωγε ο Πολ Ποτ την ώρα που σχεδόν δύο εκατομμύρια Χμερ πέθαιναν από πείνα; Ποιος από αυτούς προτιμούσε πικάντικες γεύσεις και ποιος ηπιότερες; Ποιος έτρωγε πολύ και ποιος έβαζε μόνο λίγες μπουκιές στο στόμα του;».
Δεν ήταν εύκολη υπόθεση η προσέγγιση τους. Κάποιοι απ’ αυτούς δεν είχαν συνέλθει ακόμη από το τραύμα του να δουλεύεις για έναν άνθρωπο που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να σε σκοτώσει. «Κάποιοι άλλοι υπηρετούσαν πιστά τα αυταρχικά καθεστώτα και μέχρι σήμερα δεν θέλουν να εκμυστηρευτούν τα μυστικά τους, ακόμα κι αυτά της κουζίνας. Και κάποιοι άλλοι απλώς δεν έχουν όρεξη να ανακαλούν αναμνήσεις που συχνά είναι επώδυνες».
Το βιβλίο του Βίτολντ Σαμπουόφσκι «Μαγειρεύοντας για έναν δικτάτορα» (εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση Μπεάτα Ζουλκιέβιτς), δεν είναι παρά μια ιστορία για την Ιστορία του 20ού αιώνα.
Όπως εύστοχα επισημαίνει ο ίδιος ο συγγραφέας «Χάρη στις συνομιλίες μου με τους μάγειρες κατάλαβα πώς ξεφυτρώνουν στον κόσμο οι δικτάτορες. Σε καιρούς, που σύμφωνα με την αναφορά της αμερικανικής οργάνωσης Freedom House, σαράντα εννέα χώρες κυβερνώνται από δικτάτορες, αυτή είναι μία σημαντική γνώση. Επιπλέον, ο αριθμός αυτός αυξάνεται διαρκώς».
Χωρισμένο στα πέντε πιάτα της ημέρας, όσα και τα πρόσωπα της έρευνας του, το «Μενού» -όπως μετονομάζει ο συγγραφέας τα περιεχόμενα- σερβίρεται ως εξής:
Πρωινό Σαντάμ Χουσεΐν (Ιράκ) – Κλέφτικη ψαρόσουπα
Κολατσιό Ίντι Αμίν (Ουγκάντα) – Γίδα ψητή
Μεσημεριανό Εμβέρ Χότζα (Αλβανία) – Σεκέρ παρέ
Βραδινό Φιντέλ Κάστρο (Κούβα) – Ψάρι σε σάλτσα μάνγκο
Επιδόρπιο Πολ Ποτ (Καμπότζη) – Σαλάτα με παπάγια
Το μπάρμπεκιου του Σαντάμ, ο πεινασμένος Χότζα, ο Ίντι Αμίν και ο κανιβαλισμός
Ο Σαντάμ συνήθιζε να δίνει σόου όταν έκανε μπάρμπεκιου για τους φίλους του, ενίοτε και για το προσωπικό και να περιχύνει στο κρέας σάλτσα ταμπάσκο, για να δει αν θα τολμούσε κανείς να παραπονεθεί -σημειώνεται ότι στον ίδιον δεν άρεσαν τα καυτερά.
Όπως λέει ο τελευταίος εν ζωή μάγειρας του, Αμπού Αλί, «η δουλειά για τον Σαντάμ σε μεγάλο βαθμό ήταν το να αντιληφθείς πότε είναι σε καλή μέρα, και τότε να μαγειρεύεις κάτι που του άρεσε ιδιαίτερα, ενώ τις άλλες μέρες να μην μπλέκεις στα πόδια του».
Ο Χότζα ήταν διαβητικός και οι γιατροί του τον κρατούσαν σε αυστηρή δίαιτα 1.200 θερμίδων την ημέρα και τα πάντα έπρεπε να είναι μετρημένα όπως στο φαρμακείο. Όπως επισημαίνει ο σεφ του, «κύριος Κ», «Σκέψου τι αποφάσεις θα έπαιρνες εσύ αν ήσουν όλη την ώρα πεινασμένος και κακόκεφος».
Πέρα από την ιστορία της Γιονγκ Μεούν, της μαγείρισσας του Πολ Ποτ, ο Αμερικανός Νέιτ Θάγιερ, ο μοναδικός δημοσιογράφος από τη Δύση που κατάφερε να μιλήσει μαζί του λίγο πριν από τον θάνατο του, θυμάται ότι ο αιμοσταγής δικτάτορας «είχε ένα μικρό λαχανόκηπο που τον φρόντιζαν η γυναίκα του και η μικρή του κόρη, και ζούσε με τρόφιμα που μεταφέρονταν λαθραία από την Ταϊλάνδη. Έπινε κινέζικο τσάι με ταϊλανδέζικο αλάτι. Το μικρό βρώμικο μυστικό τους ήταν ότι τους άρεσε το ταϊλανδέζικο και το κινέζικο φαγητό πολύ περισσότερο από το φαγητό των Χμερ».
Στο πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο για τον Ίντι Αμίν, τον δικτάτορα της Ουγκάντα που πετούσε τους αντιπάλους του στους κροκόδειλους, ο μάγειρας του Οτόντε Οντέρα, ο οποίος επιλέχθηκε επειδή λίγοι μαύροι ήξεραν να μαγειρεύουν καλά τα φαγητά των λευκών, ομολογεί: «Άπαντες στο μέγαρο γνωρίζαμε ότι δουλεύαμε για έναν σαλεμένο που με το καλημέρα μπορούσε να διατάξει να μας σκοτώσουν όλους».
Βεβαίως και ο Βίτολντ Σαμπουόφσκι θέτει στον Οντέρα τις φήμες περί κανιβαλισμού, μ’ εκείνον να απαντά, «μ’ έχουν ρωτήσει πολλές φορές αν του μαγείρευα ανθρώπινη σάρκα. Όχι δεν συνέβη ποτέ».
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.Advertisement
Στην περίπτωση του Φιντέλ Κάστρο, ο συγγραφέας εντοπίζει δύο μάγειρες, τον Εράσμο που διατηρεί εστιατόριο στην Αβάνα και τον Φλόρες ο οποίος έχει χάσει τα λογικά του και ζει μέσα στη φτώχεια και τη μοναξιά. Από τις αφηγήσεις τους περνά ο Τσε, η τρέλα του Φιντέλ για το παγωτό, ο πατέρας και η μητέρα του, η αγελάδα Ούβρε Μπλάνκα, σύμβολο μια εποχή της κουβανικής επανάστασης, αλλά και η δεκαετία του 1990, όταν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την απότομη διακοπή της σοβιετικής οικονομικής και ενεργειακής βοήθειας που οδήγησε σε δραματικές ελλείψεις τροφίμων, οι Κουβανοί κυριολεκτικά πεινούσαν.
Ο Βίτολντ Σαμπουόφσκι αφήνει τα πρόσωπα να αναπνεύσουν και να μοιραστούν τις ασυνήθιστες προσωπικές ιστορίες τους, στις οποίες φόβος και θαυμασμός συχνά εναλλάσσονται, χωρίς παρεμβολές. Όπως γράφει άλλωστε, «αποφάσισα ότι ένας άνθρωπος έχει το δικαίωμα να αφηγείται τη ζωή του έτσι όπως τη θυμάται (ή όπως θέλει να τη θυμάται) μετά από τόσα χρόνια».