«… Αν ψάχνετε για ένα ρωμαϊκό έγγραφο που να λέει «χθες ο Ιησούς έφαγε με τους δώδεκα μαθητές Του εδώ», απλά δεν υπάρχει. Ασφαλώς η ιστορική συνέπεια τους έθους και η ταχύτητα με την οποία καθιερώθηκε η ανάμνηση αυτού του «δείπνου» στην Αρχαία Εκκλησία, πείθουν τους περισσότερους μελετητές για την ιστορικότητά του. Επομένως, δεν υπάρχουν σύγχρονες, μη χριστιανικές πηγές που να περιγράφουν τον Μυστικό Δείπνο ως συγκεκριμένο γεγονός. Ενώ έχουμε εξωχριστιανικές αναφορές για την ύπαρξη του Χριστού και την σταύρωσή Του, οι λεπτομέρειες του Δείπνου προέρχονται αποκλειστικά από τη χριστιανική παράδοση (Ευαγγέλια και επιστολές του Παύλου).
Ωστόσο, μέσω άλλων πηγών έχουμε τη δυνατότητα ελέγξουμε την αξιοπιστία της ευαγγελικής αφήγησης».
Ποιά η σημασία του Μυστικού Δείπνου; Πού έλαβε χώρα και ποιοί ήταν παρόντες;
Τι γνωρίζουμε για τον Ιούδα Ισκαριώτη και το φιλί της προδοσίας;
Ποιές είναι οι διαφορετικές εκδοχές για το τέλος του;
Εν τέλει, είναι η προσωποποίηση της προδοσίας ή μέρος του θεϊκού σχεδίου;
Και το «Ευαγγέλιο του Ιούδα»;
Ο Ιωάννης Αντ. Παναγιωτόπουλος, καθηγητής Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας, πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας στη Θεολογική Σχολή του ΕΚΠΑ, απαντά στις ερωτήσεις της HuffPost.
View this post on InstagramAdvertisement
-Κύριε Παναγιωτόπουλε, για ποιόν λόγο ο Μυστικός Δείπνος, η τελευταία συνάντηση του Ιησού με τους μαθητές Του πριν από τη σύλληψη και τη Σταύρωση, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της Καινής Διαθήκης;
Ο Μυστικός Δείπνος δεν υπήρξε ένα τυπικό αποχαιρετιστήριο γεύμα, αλλά η ιδρυτική πράξη του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, το οποίο ο Χριστός παρέδωσε στους μαθητές Του, είναι η στιγμή όπου ο ιστορικός χρόνος τέμνεται από την αιωνιότητα. Ο Κύριος, ερχόμενος προς το εκούσιο πάθος, «λαβών άρτον επί των αγίων αυτού και αχράντων χειρών… ευχαριστήσας, ευλογήσας, αγιάσας, κλάσας, έδωκε τοις αγίοις αυτού Μαθηταίς», σημειώνει ο Μέγας Βασίλειος. Προσφέροντας τον άρτο και τον οίνο ως το Σώμα και το Αίμα Του, δεν προανήγγειλε απλώς τη θυσία του Σταυρού, αλλά κατέστησε τους πιστούς αέναους κοινωνούς αυτής της θυσίας. Άλλωστε, ο Χριστός ως «άρτος της ζωής» ζωοποιεί τον μεταλαμβάνοντα, μετατρέποντας τη Θεία Κοινωνία σε πραγματικό φάρμακο αθανασίας, γράφει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Ο Χριστός έγινε ταυτόχρονα θύτης και θύμα, προσφέροντας τον Εαυτό Του ως τροφή ζωής. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διευκρινίζει ότι δεν είναι ο ιερέας που μεταποιεί τα δώρα, αλλά «αυτός ο σταυρωθείς υπέρ ημών Χριστός», ο οποίος ενεργεί διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Αυτή την πνευματική πραγματικότητα επισφραγίζει η εκκλησιαστική υμνολογία με το δέος του ψαλμού «Του Δείπνου Σου του μυστικού, σήμερον, Υιέ Θεού, κοινωνόν με παράλαβε».
Πριν όμως από την παράδοση του Μυστηρίου, ο Κύριος προέβη σε μια συγκλονιστική πράξη, τον ιερό νιπτήρα. Πλένοντας τα πόδια των μαθητών Του, ο «Δεσπότης των όλων» ενδύθηκε τη μορφή του δούλου, ανατρέποντας την εγκόσμια έννοια της ισχύος. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς επισημαίνει ότι ο Βασιλιάς των αγγέλων ζώστηκε το λέντιο για να μας διδάξει την οδό της ταπεινώσεως, «δι’ ης μόνης η ανθρωπίνη φύσις προς το θείον ύψος ανατρέχει». «Ο νίπτων πόδας μαθητών, και καθαίρων πταίσματα», αναφέρει ο ύμνος, αναδεικνύοντας την ταπείνωση ως την απαραίτητη προϋπόθεση για την προσέγγιση του Θείου και καθιστώντας σαφές ότι η πραγματική εξουσία βρίσκεται στη διακονία.
Ο Ιούδας παραμένει ένα από τα πιο αινιγματικά και πολυσυζητημένα πρόσωπα […] Το προσωνύμιο «Ισκαριώτης» αποτελεί το κλειδί για την καταγωγή του, καθώς οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι σημαίνει «Άνθρωπος από την Κεριώθ» (Ish Kerioth), μια πόλη της Ιουδαίας. Η ιδιαιτερότητά του αυτή τον καθιστά τον μοναδικό από τους Δώδεκα Μαθητές που δεν ήταν Γαλιλαίος· ενώ οι υπόλοιποι κατάγονταν από τον Βορρά, ο Ιούδας προερχόταν από τον Νότο.
Αυτή η πράξη αυτοκένωσης πλαισιώθηκε από την παράδοση της «Καινής Εντολής» της αγάπης, η οποία δοκιμάζεται δραματικά μέσα από τους λόγους του Κυρίου. Η αποκάλυψη της επικείμενης προδοσίας του Ιούδα και της άρνησης του Πέτρου προσδίδει στο γεγονός ένα μοναδικό θεολογικό βάθος, καθώς αναδεικνύει την ελεύθερη αποδοχή του Πάθους από τον Χριστό και την τραγικότητα της ανθρώπινης αδυναμίας. Ο Μυστικός Δείπνος μεταμορφώνει έτσι μια ιστορική στιγμή σε μια διαρκή πνευματική πραγματικότητα· δεν είναι ένα κλειστό γεγονός του παρελθόντος, αλλά μια αέναη Θεία Λειτουργία όπου η θυσία συναντά την ευχαριστία και η ταπείνωση γίνεται η οδός για τη θέωση, προσφέροντας στον άνθρωπο το απόλυτο πρότυπο μιας αγάπης που υπερβαίνει ακόμη και τον θάνατο.
-Παρόντες ήταν μόνο ο Ιησούς και οι μαθητές; Κι επίσης, έλαβε χώρα στην Ιερουσαλήμ, κατά τη διάρκεια της εβραϊκής εορτής του Πάσχα;
Η ιστορική και θεολογική ταυτότητα του Μυστικού Δείπνου συνθέτει ένα μοναδικό ψηφιδωτό. Σύμφωνα με τις Ευαγγελικές περικοπές, το γεγονός έλαβε χώρα στο Υπερώον, δηλαδή στον άνω όροφο ενός σπιτιού που κατά την παράδοση βρισκόταν στον Λόφο της Σιών, λίγο έξω από τα τείχη της παλιάς πόλης. Ο Κύριος, προκειμένου να διαφυλάξει την ιερότητα της στιγμής και να αποφύγει μια πρόωρη σύλληψη, είχε δώσει στους μαθητές Του ιδιαίτερα συγκεκριμένες και σχεδόν συνθηματικές οδηγίες για τον εντοπισμό του χώρου, υπογραμμίζοντας έτσι τη σημασία της προετοιμασίας αυτού που η υμνολογία ονομάζει «ξενίαν δεσποτικήν και αθάνατον τράπεζαν».
Ο κύκλος των παρευρισκομένων ήταν αυστηρά περιορισμένος, καθώς κάθισαν μόνον ο Κύριος και οι Δώδεκα Μαθητές Του. Παρόλο που στο σπίτι, υπήρχε ο ιδιοκτήτης ή βοηθητικό προσωπικό, οι Γραφές εστιάζουν αποκλειστικά σε αυτήν την στενή ομάδα. Η επιλογή αυτή αναδεικνύει τη σημασία της παράδοσης του Μυστηρίου στους άμεσους συνεχιστές του έργου Του, τους οποίους ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρομοιάζει με «αστέρες φωτεινούς» που έλαβαν το φως απευθείας από την Πηγή. Όπως ψάλλει η Εκκλησία, ο Χριστός προσκάλεσε τους Μαθητές Του σε ένα δείπνο πνευματικής καθαρότητας, όπου ο προδότης συνυπήρχε με τους πιστούς, αναδεικνύοντας το δράμα της ελευθερίας.
Το χρονικό πλαίσιο του Δείπνου συνδέεται άρρηκτα με το Εβραϊκό Πάσχα (Πεσάχ), την εορτή της εξόδου από την Αίγυπτο. Ωστόσο, υπάρχει μια λεπτομέρεια που διαφοροποιεί τον χρόνο, ενώ για τους Ιουδαίους το Πάσχα και η θυσία του αμνού ξεκινούσε το βράδυ της Παρασκευής, ο Χριστός τέλεσε τον δικό Του Δείπνο το βράδυ της Πέμπτης! Αυτή η «μετατόπιση» έχει βαθύτατο συμβολικό και ουσιαστικό περιεχόμενο, καθώς ο Χριστός επέλεξε να προηγηθεί του Εβραϊκού Πάσχα, εισάγοντας τους μαθητές του στη νέα πραγματικότητα και δεν χρησιμοποίησε άζυμο άρτο. Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας επισημαίνει ότι ο Σωτήρας μεταμόρφωσε το ιουδαϊκό γεύμα, αντικαθιστώντας τον πασχάλιο αμνό με τον Εαυτό Του, τον αληθινό «Αμνό του Θεού τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου». Η ανάμνηση της απελευθέρωσης από τη δουλεία του Φαραώ παραχώρησε τη θέση της στην απελευθέρωση από τη δουλεία του θανάτου, μια αλλαγή που αποτυπώνεται στον ύμνο: «Νόμων πατρῴων οἱ φύλακες, τὰς χεῖρας ἐμίαναν αἵματι… ἀλλ’ ἡμεῖς καθαρᾷ διανοίᾳ, τὸν Χριστὸν ὑποδεξώμεθα».
-Πέραν των Ευαγγελίων, ποιες ιστορικές -μη χριστιανικές- πηγές έχουμε στη διάθεση μας για τον Μυστικό Δείπνο και πόσο αξιόπιστες θεωρούνται από τους μελετητές;
Θα μου επιτρέψετε να σας απαντήσω αρχίζοντας από το τέλος της ερώτησης, γιατί αν ψάχνετε για ένα ρωμαϊκό έγγραφο που να λέει «χθες ο Ιησούς έφαγε με τους δώδεκα μαθητές Του εδώ», απλά δεν υπάρχει. Ασφαλώς η ιστορική συνέπεια τους έθους και η ταχύτητα με την οποία καθιερώθηκε η ανάμνηση αυτού του «δείπνου» στην Αρχαία Εκκλησία, πείθουν τους περισσότερους μελετητές για την ιστορικότητά του. Επομένως, δεν υπάρχουν σύγχρονες, μη χριστιανικές πηγές που να περιγράφουν τον Μυστικό Δείπνο ως συγκεκριμένο γεγονός. Επομένως, ενώ έχουμε εξωχριστιανικές αναφορές για την ύπαρξη του Χριστού και την σταύρωσή Του, οι λεπτομέρειες του Δείπνου προέρχονται αποκλειστικά από τη χριστιανική παράδοση (Ευαγγέλια και επιστολές του Παύλου).
Ωστόσο, μέσω άλλων πηγών έχουμε τη δυνατότητα ελέγξουμε την αξιοπιστία της ευαγγελικής αφήγησης. Ο Φλάβιος Ιώσηπος (Ιουδαίος ιστορικός, 1ος αι. μ.Χ.): Στο έργο του «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία», αναφέρεται στον Χριστό ως «σοφό άνδρα» που καταδικάστηκε σε σταύρωση από τον Πιλάτο. Ο Τάκιτος (Ρωμαίος ιστορικός, αρχές 2ου αι. μ.Χ.) πάλι, επιβεβαιώνει ότι ο Χριστός εκτελέστηκε επί Τιβερίου από τον επίτροπο Πόντιο Πιλάτο. Τέλος, ο γνωστός ως Πλίνιος ο Νεότερος, κατά την περίοδο που βρισκόταν στη Βιθυνία, αναφέρει ότι οι Χριστιανοί συγκεντρώνονταν και είχαν κοινά δείπνα. Επίσης, πολύ σημαντικές είναι και οι Ιουδαϊκές Πηγές (Mishnah), οι οποίες αν και δεν μιλούν για τον Χρηστό, περιγράφουν πως γινόταν το Seder (το εβραϊκό πασχάλιο δείπνο) την εποχή εκείνη. Ως εκ τούτου, το σύνολο των ερευνητών θεωρούν τις ευαγγελικές περιγραφές ιστορικά συνεπείς με τα έθιμα της εποχής (το πλύσιμο των ποδιών, η χρήση του οίνου, η διάταξη του τραπεζιού). Το γεγονός ότι οι περιγραφές ταιριάζουν με το ιστορικό πλαίσιο της Ιερουσαλήμ του 1ου αιώνα, δίνει στους ιστορικούς μια βάση αξιοπιστίας.
Το «Φιλί του Ιούδα» αποτελεί ίσως την πιο εμβληματική και ταυτόχρονα επώδυνη εικόνα προδοσίας στην παγκόσμια ιστορία. Παρόλο που στην κοινή συνείδηση το φιλί θεωρείται δεδομένο, η συγκριτική μελέτη των Ευαγγελίων αποκαλύπτει βαθιές θεολογικές διαφοροποιήσεις στον τρόπο που εξελίσσεται το δράμα στον Κήπο της Γεθσημανή.
Advertisement
Κατά συνέπεια ο Μυστικός Δείπνος θεωρείται ένα από τα πιο βέβαια ιστορικά γεγονότα της ζωής του Κυρίου, επειδή: α) αναφέρεται και στα τέσσερα Ευαγγέλια, αλλά και στην Α´ Επιστολή προς Κορινθίους του Αποστόλου Παύλου (γραμμένη γύρω στο 53-54), β) η αναφορά στην προδοσία ενός στενού μαθητή (Ιούδας) και στην άρνηση του Πέτρου, δεν αποτελούν στοιχεία που κάποιος θα εφέβρησκε για να ωραιοποιήσει μια ιστορία, και γ) η τελετή της Θείας Ευχαριστίας εμφανίστηκε αμέσως μετά την σταύρωση και την ανάσταση του Κυρίου. Για να καθιερωθεί τόσο γρήγορα, συνεπάγεται ότι υπήρξε το συγκεκριμένο ιδρυτικό γεγονός, ο Μυστικός Δείπνος.
-Τι γνωρίζουμε για τον Ιούδα Ισκαριώτη, την επικείμενη προδοσία του οποίου προαναγγέλλει ο Ιησούς κατά τη διάρκεια του Δείπνου;
Ο Ιούδας Ισκαριώτης παραμένει ένα από τα πιο αινιγματικά και πολυσυζητημένα πρόσωπα της παγκόσμιας Ιστορίας, μια φιγούρα που συνδυάζει την προσωπική τραγωδία, το μυστήριο και την προδοσία. Το προσωνύμιο «Ισκαριώτης» αποτελεί το κλειδί για την καταγωγή του, καθώς οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι σημαίνει «Άνθρωπος από την Κεριώθ» (Ish Kerioth), μια πόλη της Ιουδαίας. Η ιδιαιτερότητά του αυτή τον καθιστά τον μοναδικό από τους Δώδεκα Μαθητές που δεν ήταν Γαλιλαίος· ενώ οι υπόλοιποι κατάγονταν από τον Βορρά, ο Ιούδας προερχόταν από τον Νότο.
Παρά τη μετέπειτα μελανή του φήμη, ο Ιούδας δεν ήταν τυχαίος, αλλά ο ταμίας της ομάδας των Αποστόλων, έχοντας στην κατοχή του το «γλωσσόκομον» (το κοινό ταμείο) για τις αγορές και τις ελεημοσύνες. Ωστόσο, η υμνολογία της Μεγάλης Τετάρτης στηλιτεύει τη σταδιακή ηθική του διάβρωση: «Ὁ τρόπος σου φιλαργυρίας γέμει… ὁ γλωσσόκομον βαστάζων, κατὰ σοῦ ἐμελέτησε». Το Ευαγγέλιο του Ιωάννη τον παρουσιάζει με σκοτεινά χρώματα, αναφέροντας ότι καταχρώταν χρήματα, γεγονός που συνδέεται με το κίνητρο της προδοσίας για τα τριάντα αργύρια, ένα ποσό που τότε αντιστοιχούσε στην τιμή ενός δούλου.
Οι θεωρίες για τα κίνητρά του ποικίλλουν, από την καθαρή φιλαργυρία και την ηθική πτώση, μέχρι την πολιτική απογοήτευση. Πολλοί ιστορικοί εικάζουν ότι ο Ιούδας ίσως ανήκε στους «Ζηλωτές» και πίστευε ότι ο Χριστός θα γινόταν ένας επίγειος βασιλιάς που θα εκδίωκε τους Ρωμαίους. Όταν συνειδητοποίησε ότι ο Χριστός κήρυττε μια πνευματική βασιλεία και προμήνυε τον θάνατό Του, ίσως απογοητεύτηκε οικτρά. Από θεολογική σκοπιά, η «Θεία Οικονομία» είδε στον Ιούδα το «αναγκαίο όργανο» για την εκπλήρωση των Γραφών, χωρίς όμως αυτό να αναιρεί την προσωπική του ευθύνη, όπως τονίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Οὐ γάρ ἀνάγκη τις αὐτόν ἐπί τήν προδοσίαν ὤθησεν, ἀλλά πονηρία γνώμης» (διότι καμία ανάγκη δεν τον ώθησε στην προδοσία, αλλά η πονηριά της θέλησής του).
Το τέλος του Ιούδα Ισκαριώτη αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά και συγκλονιστικά κεφάλαια της Καινής Διαθήκης, παραδίδοντάς μας δύο διαφορετικές και ομολογουμένως σκληρές περιγραφές που έχουν απασχολήσει τους μελετητές για αιώνες.
Η κορύφωση του δράματος λαμβάνει χώρα στη σκηνή του Μυστικού Δείπνου. Όταν ο Κύριος αποκάλυψε πως «εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με», υποδεικνύοντας τον προδότη μέσω της κοινής «βουτιάς» του ψωμιού στο πιάτο. Ο Ιούδας, καθήμενος πολύ κοντά στον Χριστό, επιβεβαιώνει το μέγεθος της «εκ των έσω» προδοσίας. Με τη φράση του Κυρίου «ὅ ποιεῖς, ποίησον τάχιον», ο Ιούδας εξέρχεται αμέσως, με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη να σημειώνει λιτά: «ἦν δὲ νύξ» (και ήταν νύχτα), μια φράση που συμβολίζει το απόλυτο πνευματικό σκότος στο οποίο βυθίστηκε.
Το τέλος του περιγράφεται με τραγικότητα στην Καινή Διαθήκη. Ο Ματθαίος αναφέρει πως, κυριευμένος από τύψεις, επέστρεψε τα αργύρια και απαγχονίστηκε, ενώ οι Πράξεις των Αποστόλων περιγράφουν μια βίαιη πτώση όπου «ἐλάκησε μέσος». Η μεταγενέστερη προσπάθεια ανατροπής αυτής της εικόνας μέσω του απόκρυφου «Ευαγγελίου του Ιούδα» (2ος αι. μ.Χ.), που τον παρουσιάζει να ενεργεί κατ᾽ εντολή του Χριστού, απορρίφθηκε από την Εκκλησιαστική συνείδηση ως ξένη προς το πνεύμα της αλήθειας.
Το «Ευαγγέλιο του Ιούδα» αποτελεί ένα ενδιαφέρον αρχαιολογικό εύρημα των τελευταίων δεκαετιών, το οποίο προκάλεσε συζητήσεις παγκοσμίως όταν δημοσιοποιήθηκε το 2006. Παρά τον τίτλο του, δεν πρόκειται για ένα κείμενο γραμμένο από τον ίδιο τον Ιούδα ή πρόσωπα του κύκλου του, αλλά για ένα γνωστικό χειρόγραφο του 2ου αιώνα μ.Χ. (περίπου 130-170 μ.Χ.), το οποίο επιχειρεί να αναθεωρήσει την χριστιανική αφήγηση, καθώς οι γνωστικοί λάμβαναν στοιχεία από την χριστιανική παράδοση, αλλά δεν ήταν χριστιανοί.
Ο Ιούδας παραμένει το απόλυτο παράδειγμα της ανθρώπινης ελευθερίας που μπορεί να επιλέξει το σκοτάδι, ακόμα και όταν βρίσκεται δίπλα στην ίδια την Πηγή του Φωτός. Όπως χαρακτηριστικά ψάλλεται: «Ὦ τοῦ Ἰούδα τῆς ἀθλιότητος! ἐθεώρει τὸν Ἥλιον, καὶ τῇ λαμπάδι τὸν Δεσπότην προεδίδου» (Ω, τι αθλιότητα του Ιούδα! Έβλεπε τον Ήλιο και με τη λαμπάδα πρόδιδε τον Δεσπότη). Έτσι, η μορφή του παραμένει μετέωρη ανάμεσα στον απλό προδότη και την τραγική φιγούρα που παγιδεύτηκε στις δικές του επίγειες προσδοκίες.
-Το φιλί του Ιούδα στον Κήπο της Γεθσημανή περιγράφεται με τον ίδιο τρόπο στα Ευαγγέλια ή υπάρχουν διαφορές στην αφήγηση;
Το «Φιλί του Ιούδα» αποτελεί ίσως την πιο εμβληματική και ταυτόχρονα επώδυνη εικόνα προδοσίας στην παγκόσμια ιστορία. Παρόλο που στην κοινή συνείδηση το φιλί θεωρείται δεδομένο, η συγκριτική μελέτη των Ευαγγελίων αποκαλύπτει βαθιές θεολογικές διαφοροποιήσεις στον τρόπο που εξελίσσεται το δράμα στον Κήπο της Γεθσημανή. Στα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Μάρκου, η περιγραφή είναι η πλέον παραδοσιακή και εστιάζει στον δόλο της προμελετημένης πράξης. Ο Ιούδας έχει ήδη συμφωνήσει με τους στρατιώτες το σκοτεινό σύνθημα: «ὂν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστι· κρατήσατε αὐτόν». Πλησιάζοντας τον Χριστό, Τον προσφωνεί «Χαίρε, Ραββί» και Τον καταφιλεί με υποκριτική θέρμη. Η υμνολογία της Μεγάλης Πέμπτης αποτυπώνει αυτή την φρίκη ψάλλοντας: «Ὁ τρόπος σου δόλου γέμει… ἐν φιλήματι γὰρ τὸν Δεσπότην προέδωκας». Στον Ματθαίο, η αντίδραση του Κυρίου είναι αφοπλιστική, καθώς τον προσφωνεί «Εταίρε» (Φίλε), ρωτώντας τον για τον σκοπό της έλευσής του, μια ερώτηση που αναδεικνύει την ανεξικακία του Θεανθρώπου απέναντι στην πτώση του μαθητή Του.
Ο Λουκάς εισάγει μια πιο λεπτή και δραματική απόχρωση, παρουσιάζοντας το φίλημα του Ιούδα σχεδόν να «σταματά» στον αέρα. Ενώ αναφέρει την πρόθεση του Ιούδα, εστιάζει στην άμεση παρέμβαση του Κυρίου, ο οποίος ελέγχει λεκτικά την υποκρισία: «Ἰούδα, φιλήματι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδεις;». Εδώ, το φιλί αναδεικνύεται ως το απόλυτο σύμβολο της διαστροφής των αξιών. Όπως σημειώνει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Κύριος χρησιμοποιεί αυτή την ερώτηση όχι από άγνοια, αλλά για να μαλακώσει την πέτρινη καρδιά του Ιούδα, θυμίζοντάς του τη στενή τους σχέση την ίδια στιγμή της προδοσίας.
Η μεγαλύτερη ανατροπή, ωστόσο, έρχεται από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, όπου το φιλί απουσιάζει πλήρως. Εδώ κυριαρχεί η εικόνα του Κυρίαρχου Ιησού, ο οποίος δεν περιμένει να υποδειχθεί από κανέναν, αλλά προχωρά ο ίδιος ρωτώντας: «Τίνα ζητεῖτε;». Στην αποκάλυψη του «Εγώ ειμί», οι στρατιώτες συγκλονίζονται από τη θεϊκή ισχύ, οπισθοχωρούν και πέφτουν στο έδαφος. Ο Ιούδας στέκεται αμήχανος δίπλα τους, ως απλός παρατηρητής μιας εκούσιας αυτοπαράδοσης. Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας εξηγεί ότι ο Χριστός επέτρεψε τη σύλληψή Του όχι από αδυναμία, αλλά από αγάπη για τη σωτηρία του κόσμου, δείχνοντας ότι καμία ανθρώπινη πονηριά δεν θα μπορούσε να Τον δαμάσει αν δεν το ήθελε ο Ίδιος.
Αυτές οι διαφορές στην αφήγηση αντανακλούν τους θεολογικούς στόχους των Ευαγγελιστών, ο Ματθαίος και ο Μάρκος υπογραμμίζουν την ανθρώπινη τραγωδία και την προδομένη φιλία, ο Λουκάς εστιάζει στην ηθική κατάπτωση της υποκρισίας, ενώ ο Ιωάννης υμνεί τη θεότητα του Χριστού που βαδίζει προς το Πάθος με πλήρη εξουσία.
-Τελικά, αφαίρεσε ο ίδιος τη ζωή του; Στις Πράξεις των Αποστόλων καταγράφεται άλλη εκδοχή για τον θάνατο του.
Το τέλος του Ιούδα Ισκαριώτη αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά και συγκλονιστικά κεφάλαια της Καινής Διαθήκης, παραδίδοντάς μας δύο διαφορετικές και ομολογουμένως σκληρές περιγραφές που έχουν απασχολήσει τους μελετητές για αιώνες. Η αμφισημία αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς αντανακλά το πνευματικό χάος και το αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκε ο προδότης μαθητής. Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου (27,3-10), ο Ιούδας παρουσιάζεται να μετανοεί, όχι όμως με την έννοια της πνευματικής επιστροφής και της ελπίδας, αλλά της αφόρητης ενοχής που οδηγεί στην απόγνωση. Επιστρέφει τα τριάντα αργύρια στους Αρχιερείς ομολογώντας: «ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον». Η περιφρόνηση που εισπράττει τον οδηγεί στο έσχατο σημείο: πετάει τα χρήματα στον Ναό και, όπως αναφέρει λιτά το κείμενο, «ἀπελθὼν ἀπήγξατο» (πήγε και κρεμάστηκε). Η υμνολογία της Μεγάλης Πέμπτης περιγράφει αυτή τη στιγμή με συγκλονιστικό τρόπο: «Ὁ Ἰούδας… βρόχον ἐφεύρε τῆς προδοσίας, καὶ ἀγχόνῃ κατεδικάσθη». Τα χρήματα της προδοσίας, ως «τιμή αίματος», χρησιμοποιήθηκαν τελικά από τους Αρχιερείς για την αγορά του «Αγρού του Κεραμέως», ενός τόπου ταφής για τους ξένους.
Από την άλλη πλευρά, στις Πράξεις των Αποστόλων (1:18-19), ο Απόστολος Πέτρος περιγράφει ένα τέλος πολύ πιο γραφικό και βίαιο, εστιάζοντας στη Θεία Δίκη. Εδώ ο Ιούδας εμφανίζεται ως ο αγοραστής ενός αγρού, όπου «πρηνὴς γενόμενος ἐλάκησε μέσος, καὶ ἐξεχύθη πάντα τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ». Έπεσε δηλαδή μπρούμυτα και το σώμα του σχίστηκε στη μέση, μια εικόνα που η παράδοση συνδέει με το μίασμα της προδοσίας. Ο αγρός αυτός έμεινε στην ιστορία με το όνομα «Ακελδαμά», που στην αραμαϊκή γλώσσα σημαίνει «Χωρίον Αίματος».
Οι μελετητές και οι Πατέρες της Εκκλησίας έχουν προτείνει διάφορους τρόπους για να συμβιβάσουν αυτές τις δύο εκδοχές. Μια παραδοσιακή ερμηνεία, που αποδίδεται στον Παπία Ιεραπόλεως, υποστηρίζει τη «θεωρία της πτώσης». Κατ᾽ αυτόν, ο Ιούδας κρεμάστηκε, αλλά το σχοινί ή το κλαδί έσπασε και το σώμα του, ήδη αλλοιωμένο, έπεσε με ορμή στο έδαφος, προκαλώντας τη φρικτή σκηνή των Πράξεων. Άλλοι μελετητές βλέπουν στη διαφορά αυτή την χρήση συμβολικής γλώσσας. Ο Ματθαίος τονίζει την απελπισία, ενώ ο Λουκάς στις Πράξεις υπογραμμίζει τη Θεία Δίκη. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι ο διάβολος, αφού τον έβγαλε από τη ζωή του Χριστού, τον έσπρωξε στην αγχόνη για να μην προλάβει να μετανοήσει αληθινά, στερώντας του την ελπίδα που βρήκε ο Πέτρος. Η διπλή αυτή αφήγηση του τέλους του παραμένει μια συγκλονιστική υπενθύμιση της ανθρώπινης ελευθερίας. Όπως ψάλλεται κατανυκτικά: «Ὦ τῆς πωρώσεως τοῦ προδότου! ὅτι τὸ φῶς καταλιπών, τὸ σκότος ἠγάπησε». Η ιστορία του Ιούδα κλείνει με μια σκοτεινή αμφισημία, αφήνοντας τον αναγνώστη να αναλογιστεί το βάθος της πτώσης εκείνου που, ενώ βρέθηκε στην πηγή της Ζωής, επέλεξε την οδό της απώλειας.
-Και το αιρετικό Ευαγγέλιο του Ιούδα; Περί τίνος πρόκειται;
Το «Ευαγγέλιο του Ιούδα» αποτελεί ένα ενδιαφέρον αρχαιολογικό εύρημα των τελευταίων δεκαετιών, το οποίο προκάλεσε συζητήσεις παγκοσμίως όταν δημοσιοποιήθηκε το 2006. Παρά τον τίτλο του, δεν πρόκειται για ένα κείμενο γραμμένο από τον ίδιο τον Ιούδα ή πρόσωπα του κύκλου του, αλλά για ένα γνωστικό χειρόγραφο του 2ου αιώνα μ.Χ. (περίπου 130-170 μ.Χ.), το οποίο επιχειρεί να αναθεωρήσει την χριστιανική αφήγηση, καθώς οι γνωστικοί λάμβαναν στοιχεία από την χριστιανική παράδοση, αλλά δεν ήταν χριστιανοί. Η κεντρική ιδέα του κειμένου συνιστά μια «Μεγάλη Ανατροπή» σε σχέση με τα τέσσερα Κανονικά Ευαγγέλια, παρουσιάζοντας τον Ιούδα όχι ως προδότη, αλλά ως τον μοναδικό «ήρωα» και μυημένο μαθητή. Στις σελίδες του, ο Χριστός εμφανίζεται να γελά με την άγνοια των υπόλοιπων έντεκα μαθητών και να εμπιστεύεται αποκλειστικά στον Ιούδα τα «μυστήρια της βασιλείας», θεωρώντας τον ως τον μόνο που κατανόησε την πραγματική Του φύση. Σε αυτό το πλαίσιο, η «Προδοσία» μεταμορφώνεται σε Θεία Εντολή και πράξη υπακοής. Σύμφωνα με το κείμενο, ο Χριστός ζητά από τον Ιούδα να Τον παραδώσει, λέγοντάς του: «Εσύ θα τους ξεπεράσεις όλους, γιατί θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με περιβάλλει». Για τους Γνωστικούς, το σώμα θεωρούνταν μια φυλακή της ψυχής, επομένως, βοηθώντας τον Χριστό να οδηγηθεί στη Σταύρωση, ο Ιούδας Τον βοηθούσε ουσιαστικά να απελευθερωθεί από τη σάρκα Του και να επιστρέψει στον καθαρό πνευματικό κόσμο. Αυτή η αντίληψη έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με το ορθόδοξο ήθος, όπου η σάρκωση του Λόγου θεωρείται ευλογία και η προδοσία πράξη σκότους. Όπως ψάλλει η Εκκλησία τη Μεγάλη Τετάρτη: «Ὁ Ἰούδας… ἐμελέτησε τὴν προδοσίαν… οὐκ ᾐσχύνθη τὴν θείαν συγκατάβασιν».
Ο Ιούδας παραμένει η προσωποποίηση της προδοσίας, καθώς παραβίασε την σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης και αγάπης.
Το έργο ήταν γνωστό στην Αρχαία Εκκλησία, που το απέρριψε ως «αιρετικό» και «πλαστό» από την πρώτη στιγμή. Ήδη το 180, ο Άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λουγδούνου, στο έργο του «Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως», καταδίκασε το συγκεκριμένο κείμενο ως αποκύημα φαντασίας των Γνωστικών. Οι λόγοι της απόρριψης είναι προφανείς: α) το κείμενο εισάγει περίπλοκες θεωρίες για αιώνες και κατώτερους θεούς, ξένες προς την χριστιανική διδασκαλία, β) η συγγραφή πραγματοποιήθηκε τουλάχιστον έναν αιώνα μετά την Σταύρωση και την Ανάσταση, στερούμενη της ιστορικής αμεσότητας των Ευαγγελίων του 1ου αιώνα, και γ) η εικόνα ενός Χριστού που ειρωνεύεται τους μαθητές Του, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον «πράο και ταπεινό τη καρδία» Διδάσκαλο που περιγράφουν οι αυτόπτες μάρτυρες.
Πάντως, η ιστορία του ίδιου του χειρογράφου, είναι εξίσου μυθιστορηματική. Αφού βρέθηκε στην Αίγυπτο τη δεκαετία του 1970, περιπλανήθηκε στη μαύρη αγορά αρχαιοτήτων και φυλάχτηκε για δεκαετίες σε μια τραπεζική θυρίδα στο Λονγκ Άιλαντ, όπου άρχισε να αποσυντίθεται. Η τελική συντήρηση και μετάφρασή του αποκάλυψε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο πίστης. Το «Ευαγγέλιο του Ιούδα» δεν προσφέρει ιστορικά τεκμήρια για τον πραγματικό Ιούδα του 1ου αιώνα, αλλά αποτελεί μια πολύτιμη μαρτυρία για τις έντονες πνευματικές αναζητήσεις και τις θεολογικές διαμάχες του β´ χριστιανικού αιώνα.
-Ο Ιούδας, μία από τις πιο δραματικές μορφές της Καινής Διαθήκης, είναι εν τέλει η προσωποποίηση της προδοσίας ή μέρος του θεϊκού σχεδίου;
Είναι γεγονός ότι η μορφή του Ιούδα συνθέτει τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, από τη μία την προσωποποίηση της προδοσίας μέσω της ελεύθερης βούλησης και από την άλλη το τραγικό όργανο του Θείου Σχεδίου. Η θέση της χριστιανικής διδασκαλίας ανά τους αιώνες, επιμένει αταλάντευτα στην έννοια της ελεύθερης βούλησης. Ο Ιούδας δεν έδρασε ως άβουλο πιόνι, αλλά ως συνειδητός αυτουργός. Κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου, ο Κύριος του προσέφερε πλήθος ευκαιριών για μετάνοια, επιδιώκοντας να αφυπνίσει τη συνείδησή του. Το γεγονός ότι ο Ιούδας συνέχισε την πορεία του προς το σκοτάδι καταδεικνύει μια ελεύθερη απόφαση, η οποία πήγαζε είτε από φιλαργυρία είτε από πολιτική απογοήτευση. Η τραγωδία του, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε στη Γεθσημανή, αλλά στην απόγνωση. Όπως τονίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, η αμαρτία του Ιούδα θα μπορούσε να είχε συγχωρηθεί αν είχε ζητήσει έλεος, όπως ο Πέτρος που επίσης απαρνήθηκε τον Κύριο. «Οὐ γάρ τοσοῦτον ἡ ἁμαρτία, ὅσον ἡ ἀπόγνωσις ἀπόλλυσιν» (διότι δεν καταστρέφει τόσο η αμαρτία, όσο η απόγνωση), σημειώνει ο ιερός Πατέρας, υπογραμμίζοντας ότι ο Ιούδας έχασε τη σωτηρία επειδή πίστεψε ότι το έγκλημά του ήταν μεγαλύτερο από τη φιλανθρωπία του Θεού.
Από την άλλη πλευρά, η Σταύρωση και η Ανάσταση αποτελούν τα θεμέλια της Θείας Οικονομίας, του σχεδίου δηλαδή του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Αν ο Χριστός δεν παραδιδόταν, δεν θα υπήρχε το Πάθος και η νίκη επί του θανάτου. Η Παλαιά Διαθήκη είχε ήδη προφητεύσει την προδοσία από φίλο, αναφέροντας: «Ὁ ἐσθίων ἄρτους μου ἐπῆρεν ἐπ᾽ ἐμέ τὴν πτέρναν αὐτοῦ». Αυτό εισάγει το ερώτημα της προγνώσεως, αν ο Θεός γνώριζε εκ των προτέρων την προδοσία, ήταν ο Ιούδας όντως ελεύθερος; Ο Θεός προγνωρίζει, αλλά δεν προορίζει. Σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, ο Θεός γνωρίζει τα πάντα πριν συμβούν, αλλά δεν αναγκάζει τον άνθρωπο να τα πράξει. Ο Θεός γνώριζε ότι ο Ιούδας, λόγω της εσωτερικής του διάθεσης, θα επέλεγε να προδώσει τον Διδάσκαλό του. Ενέταξε, λοιπόν, αυτή την κακή επιλογή στο σχέδιο για τη λύτρωση του κόσμου. Ο Ιούδας δεν πρόδωσε επειδή το είπε η προφητεία, η προφητεία ειπώθηκε επειδή ο Ιούδας, με δική του υπαιτιότητα, θα πρόδιδε. Η υμνολογία της Μεγάλης Πέμπτης αποδίδει αυτή την πνευματική τύφλωση με συγκλονιστικό τρόπο: «Ὁ τρόπος σου δόλου γέμει, παράνομε Ἰούδα… ἐθεώρει τὸν Ἥλιον, καὶ τῇ λαμπάδι τὸν Δεσπότην προεδίδου».
Ο Ιούδας παραμένει η προσωποποίηση της προδοσίας, καθώς παραβίασε την σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης και αγάπης. Αναδεικνύεται ως μια τραγική φιγούρα που λειτούργησε ως όργανο του Θείου Σχεδίου. Η περίπτωση του προκαλεί περισσότερο οίκτο παρά μίσος, καθώς αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο που βρέθηκε στην ίδια την Πηγή του Φωτός, αλλά εγκλωβισμένος στις επίγειες προσδοκίες του, επέλεξε να χαθεί στο σκοτάδι. Είναι η υπόμνηση ότι η εγγύτητα με το Θείο δεν εξασφαλίζει τη σωτηρία, αν η καρδιά παραμένει προσκολλημένη στα πάθη. Όπως καταλήγει ο ύμνος, ο Ιούδας «δούλος γέγονε καὶ προδότης, φίλος καὶ διάβολος», θυμίζοντάς μας ότι η ελευθερία είναι το πιο επικίνδυνο και συνάμα το πιο ιερό δώρο του Θεού στον άνθρωπο.