Κατάλοιπα τέφρας από βωμούς και θυμιατήρια που ανακαλύφθηκαν στην Πομπηία εξέτασαν για πρώτη φορά πέντε ερευνητές. Στη μελέτη η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό Antiquity του Πανεπιστημίου Κέιμπριτζ, οι ερευνητές κατέγραψαν τις αναλύσεις από την εργαστηριακή εξέταση των τελετουργικών υπολειμμάτων της αρχαίας πόλης, προσδίδοντας απτή, υλική διάσταση σε έναν κομμάτι του αρχαίου ρωμαϊκού πολιτισμού, για το οποίο μέχρι σήμερα υπήρχαν δεδομένα κυρίως από κείμενα και εικονογραφικές πηγές.
Σύμφωνα με το artnet, η ερευνητική ομάδα ανέλυσε το περιεχόμενο δύο αγγείων που είχαν βρεθεί σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Το πρώτο, το οποίο ονόμασαν «Censer one» («Θυμιατήρι 1»), ανακαλύφθηκε το 1954 στο Officina di Sabbatino, ένα κτίριο που, σύμφωνα με τη μελέτη, είχε μετατραπεί από κατοικία σε πανδοχείο γύρω στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. Στα ρωμαϊκά εργοτάξια, η επίκληση στους θεούς αποτελούσε συχνά αναπόσπαστο μέρος της εργασίας.
Δύο αγγεία και τα καλά κρυμμένα μυστικά τους
Το δεύτερο, «Censer two» («Θυμιατήρι 2»), πρόκειται για ένα «ημισφαιρικό μπολ» που εντοπίστηκε το 1986 σε ένα πλήρως εξοπλισμένο οικιακό ιερό αγροικίας στη Boscoreale, περίπου τρία χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Πομπηίας. Το αγγείο φέρει τρεις ολόκληρες ή και μερικώς σωζόμενες γυναικείες μορφές, στοιχείο που υποδηλώνει ότι χρησιμοποιούνταν σε τελετές μνήμης των νεκρών.
Ωστόσο, το πραγματικό ενδιαφέρον βρίσκεται στο εσωτερικό αυτών των αγγείων. Στα ερείπια της Πομπηίας έχουν βρεθεί ελάχιστα δείγματα αυθεντικής τέφρας. Παρόλο που σε ανασκαφές του 18ου, 19ου και 20ού αιώνα έχουν γίνει αναφορές για υπολείμματα σε βωμούς και θυμιατήρια, η συστηματική ανάλυσή τους είχε μείνει μέχρι σήμερα σε ένα πρώιμο στάδιο.
Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές συνέλεξαν από το χείλος και το κέντρο και των δύο αγγείων, μικροσκοπικά δείγματα τα οποία έχουν υποστεί τη λιγότερη δυνατή επεξεργασία. Στη συνέχεια, έσκαψαν ελαφρώς κάτω από την επιφάνεια, ώστε να μειώσουν τον κίνδυνο επιμόλυνσης, διαδικασία κατά την οποία παθογόνοι μικροοργανισμοί μπορούν να μεταφερθούν από ένα μολυσμένο περιβάλλον.
Το περιεχόμενο του πρώτου αγγείου, το οποίο οι ερευνητές παρομοίασαν με βότσαλο και το χαρακτήρισαν «πλούσιο σε κάρβουνο», περιείχε απανθρακωμένα υπολείμματα από ξυλώδη φυτά, όπως δρυς (συνδεδεμένη με τον ρωμαϊκό θεό Δία) και δάφνη (ιερό φυτό του Απόλλωνα).
Από την άλλη, το περιεχόμενο του δεύτερου αγγείου δεν θεωρήθηκε «τόσο πυκνό», ήταν περισσότερο «τεφρώδες» και περιλάμβανε επίσης φυτικά υπολείμματα, καθώς και ίχνη από σταφύλια. Κάτι τέτοιο βέβαια, υποδηλώνει πιθανή χρήση ξιδιού ή κρασιού. Οι Ρωμαίοι συνήθιζαν να συνδυάζουν τέτοιες ουσίες με λιβάνι -ίχνη του οποίου εντοπίστηκαν επίσης-, στο πλαίσιο μιας τελετουργίας που ονομαζόταν «praefatio», δηλαδή ένα είδος προοίμιου, μιας ευχής που προηγείται του κανόνα της Θείας Ευχαριστίας.
Παράλληλα, το λιβάνι προέρχεται από τη ρητίνη δέντρων του γένους Boswellia, τα οποία μπορεί κανείς να συναντήσει στην ανατολική Αφρική και τη νότια Αραβική Χερσόνησο έως την Ινδία. Ο Johannes Eber του Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, επικεφαλής της μελέτης, χαρακτήρισε αυτό το εύρημα ως «ένδειξη των εκτεταμένων εμπορικών δικτύων της Πομπηίας».
Με πληροφορίες από artnet