Τον Μάρτιο που μας πέρασε, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ελληνοεκδοτική» το νέο μυθιστόρημα  του Μάνθου Σκαργιώτη «Το ποτάμι που επέστρεφε».   

Η μεγαλύτερη εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης παίρνοντας το βιβλίο  στα  χέρια του είναι ο ανατρεπτικός τίτλος  του: «Το ποτάμι που επέστρεφε»! Ο τίτλος αυτός ελκύει την προσοχή και προκαλεί τη λογική μας, καθώς όλοι έχουμε αφομοιωμένο το αξίωμα ότι «το ποτάμι δε γυρίζει πίσω»! Ο συγγραφέας, ο Μάνθος Σκαργιώτης, επινόησε αυτόν τον ευρηματικό τίτλο, αξιοποιώντας δημιουργικά την παλιά παράδοση για τον ποταμό Άραχθο. Τον παρουσίασε   να γυρίζει κατά καιρούς πίσω στα βουνά, «για να βρει τη μάνα και τα αδέρφια του που χρόνια τους γύρευε».

Advertisement
Advertisement

Με το εύρημα αυτό ο συγγραφέας, προβάλλει τον ποταμό ως το επίκεντρο των γεγονότων, τον συνδέει στενά με τη ζωή του ήρωα, και εξυπηρετείται  πολλαπλά  στους συμβολισμούς του, με κυρίαρχο τον συμβολισμό του ήρωα, μιας και ο ήρωας σε όλη του τη ζωή «επέστρεφε» στις δικές του πηγές αναζητώντας τη μάνα και τον πατέρα του που δε γνώρισε!

 Ο ποταμός Άραχθος, με την αχλύ των μύθων που τον περιβάλλει, με το γεφύρι του, το ονομαστό γεφύρι της Πλάκας, που χτίζεται και που πρέπει σύμφωνα με την παράδοση να «στοιχειωθεί» και να «στεριωθεί», που γκρεμίζεται και ξαναχτίζεται, τροφοδοτεί τον συγγραφέα με ποικίλα στοιχεία πλοκής και σε όλη την αφήγηση ποταμός και γεφύρι παραμένουν ο τόπος-σύμβολο που ενώνει και χωρίζει, που λυτρώνει και καταβαραθρώνει.

 Η ιστορία μας διαδραματίζεται κυρίως στις παραποτάμιες περιοχές του Άραχθου, στα  Τζουμέρκα, στην  Ήπειρο, τον τόπο καταγωγής του συγγραφέα. Ο Μάνθος Σκαργιώτης, ως ντόπιος και ως φιλόλογος, γνωρίζει πολύ καλά τον τόπο, τους ανθρώπους, τη γλώσσα, το ήθος, τη σκληρή ζωή των βουνών, τους μύθους και τους θρύλους της παράδοσης, τις ιστορίες που άκουσε από τους γεροντότερους, γνωρίζει και την αναγκαιότητα της ιστορίας. Η βιωμένη γνώση του ηπειρώτη συγγραφέα, αλλά και οι μελέτες του για τον τόπο του και την ιστορία υφάνθηκαν κρουστά με το αρχικό στημόνι της πλοκής και μετουσιώθηκαν σε  ζωντανή αφηγηματική ύλη. Ο αναγνώστης έχει τη χαρά  διαβάζοντας να απολαύσει ατόφιες σκηνές αυθεντικής ηπειρώτικης ζωής! Τόπος και άνθρωποι της Ηπείρου με τη βίαιη ή τη γαλήνια μορφή τους περνούν κινηματογραφικά μπροστά στα μάτια του, ξυπνούν μνήμες και ζωντανεύουν έναν παλιότερο τρόπο ζωής που χάνεται σιγά-σιγά!  Ένα πλούσιο ηθογραφικό υλικό, σημαντικό μέρος του πολιτισμού μας, διασώζεται στις σελίδες αυτού του βιβλίου: γλώσσα, μύθοι, ήθη, πίστεις, θρύλοι, παραδόσεις, παροιμίες, παραβολές, παραμύθια, έθιμα. Μια πολύτιμη λαϊκή παράδοση που δεν παρατίθεται καταγραφικά, αλλά εκφράζεται από τους ήρωες και αποτελεί  αναπόσπαστο μέρος του ήθους και της ζωής τους.  

Η αφήγηση αρχίζει από ένα προχωρημένο σημείο της ιστορίας, από την κατάρρευση του γιοφυριού της Πλάκας, το 2015. Σε κλίμα μυστηρίου ο αφηγητής, που έχει περιορισμένη γνώση για την ιστορία, αφηγείται  γεγονότα παράδοξα και πρωτοφανέρωτα, όπως κηδεία χωρίς νεκρό, και δένει σφιχτά τα νήματα της πλοκής. Στη συνέχεια με αναδρομές και εγκιβωτισμούς  ξετυλίγει την ιστορία που εκτείνεται σε 155 χρόνια αφηγημένου χρόνου και φτάνει, «επιστρέφει» κι αυτή – για να θυμηθούμε τον τίτλο – στην αρχή της ιστορίας, για να «επιστρέψει» ξανά στο τέλος της. Ένα τέλος απρόσμενο, καταιγιστικό και ανατρεπτικό, κατά το οποίο αποκαλύπτεται, επιτέλους, αυτό που ο ήρωας έψαχνε σε όλη του τη ζωή. Το  μυστήριο της καταγωγής και της τύχης του.

Κεντρικός ήρωας της ιστορίας, ο Πόρτουλας. Ένα παιδί αγνώστου πατρός και αγνώστου μητρός, που βρέθηκε εγκαταλειμμένο βρέφος στην πόρτα του παπά, «τον Αλωνάρη του  έτους 1866»,  όταν χτιζόταν το γεφύρι της Πλάκας, μεγαλώνει στο χωριό Βορδό, χωρίς  αγάπη και αποδοχή. Αντίθετα,  βιώνει την περιφρόνηση και τη χλεύη ως  «το μπαστί της Βαγγελής» και υπομένει όλες τις ταπεινώσεις, που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε «μπούλινγκ». Το όνομά του αντικαθίσταται από το παρανόμι «Πόρτουλας» –για να περιφέρει και ο ίδιος τον στιγματισμό της καταγωγής του. Οι αντιδράσεις του γίνονται βίαιες και επιθετικές και εύκολα του αποδίδεται ο ρόλος του αποδιοπομπαίου τράγου.

Το 1881, το ελληνικό κράτος επεκτείνεται και ο Άραχθος γίνεται το φυσικό σύνορο Ελλάδας και Τουρκίας. Ο Πόρτουλας με τον καρδιακό του φίλο επιχειρούν κολυμπώντας  να διαφύγουν  στην Ελλάδα, αλλά ο φίλος του, μπροστά στα μάτια του, πυροβολείται και πνίγεται στον Άραχθο. Ο Πόρτουλας, δεκαπεντάχρονο παιδί, προκειμένου να αποφύγει την αναμενόμενη  ενοχοποίηση και τη βέβαιη καταδίκη, περιπλανιέται φυγάς σε Τζουμέρκα,  Θεσσαλία, Μέτσοβο, Μακεδονία, Αθήνα ζώντας στο μεταίχμιο ηθικότητας και ανηθικότητας, νομιμότητας και ανομίας. Μετά από χρόνια επιστρέφει στον Άραχθο και εγκαθίσταται μόνιμα στο χωριό του, για να αποδείξει την αθωότητά του και να διεκδικήσει την αποδοχή που δε γνώρισε.

Advertisement

Οι περιπλανήσεις και οι περιπέτειες του ήρωα στα βουνά και στις πόλεις  αποτελούν ένα συγκλονιστικό οδοιπορικό στην Ελλάδα της εποχής, με τα ποικίλα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, και δίνουν την ευκαιρία στον αναγνώστη να αναστοχαστεί την ιστορία και να συνειδητοποιήσει τις κοινωνικές πληγές της ανομίας, της ληστείας, των απαγωγών, της φτώχειας, της μετανάστευσης.

Το γοητευτικότερο πλεονέκτημα αυτού του έργου είναι η γλώσσα του. Απλή, λιτή, καθαρή, οικεία  και προσιτή ακούγεται κατά κανόνα σε χαμηλούς τόνους και εκφράζει με συνέπεια τον ήπιο Μάνθο. Όμως είναι μια γλώσσα δραστική που καταγράφει αληθινά την πραγματικότητα, αλλού τρυφερή και λυρική, αλλά  στις κορυφώσεις σπαρακτική. Ο συγγραφέας αφουγκράζεται τις λέξεις και τις χρησιμοποιεί με ακέραιο το νόημά τους  απαλλαγμένες  από εκφραστικά φορτία που συσκοτίζουν τα κύρια νοήματα. Λέξεις που σχηματίζουν εικόνες και προκαλούν και τα ευγενέστερα και τα βιαιότερα συναισθήματα. Ο λόγος του Μάνθου είναι  πυκνός και με συχνή χρήση του ασύνδετου συνθέτει με γρήγορο ρυθμό τα ανόμοια σε συνολική εικόνα, κινητοποιώντας σκέψη και φαντασία.  Είναι λόγος λαϊκός, που με  φωνολογική καταγραφή αποτυπώνει την ηπειρώτικη λαλιά, τη γλώσσα των ιερωμένων, των ληστών, των ανθρώπων της εξουσίας και των λούμπεν στοιχείων των πόλεων. Είναι λόγος δημιουργικός, απόλυτα προσωπικός και φανερώνει τη γλωσσική δημιουργικότητα του συγγραφέα να μπορεί να βρίσκει νέες εκφραστικές φόρμες! Αντιπροσωπευτικό δείγμα η περιγραφή του προσώπου της όμορφης Βγέρως: «…Κι εκείνο το πρόσωπο! Τα τοξωτά γεφύρια των ποταμών, οι βουνίσιες λιακάδες, τα αγριοτριαντάφυλλα από τους φράχτες, οι σιωπές από τα πέτρινα ξωκλήσια, τα φτερουγίσματα των πουλιών, οι μυρουδιές του Μαγιού, τα μελισσοβότανα της πλαγιάς. Τα είχε όλα, θαρρείς, μαζέψει ο Θεός με τα χέρια του κι έπλασε μέτωπο, φρύδια, μάτια, μύτη, παρειές, χείλη.»!

Είμαι βέβαιη ότι ο αναγνώστης θα ολοκληρώσει την ανάγνωση του έργου, πεπεισμένος για την αξία της οικογένειας και την αγωνιστικότητα με την οποία ο άνθρωπος πρέπει να παλεύει τη μοίρα του! Κι αν ο αναγνώστης θελήσει να κρατήσει ηθικά συμπεράσματα για τη ζωή του, θα  θυμάται τις συμβουλές:  «…Ποτάμια να είστε.  Όχι λίμνες. Ποτάμια με γιοφύρια. Ποτάμια και ν’ ακονίζετε τη ζωή». Και την ενδέκατη εντολή που θα έδινε ο Μωυσής: «Γεφύρια χτίστε. Γεφύρια εντός σας, γεφύρια με τον αδερφό, με τον ξένο, με το χτες, με το αύριο. Γεφύρια κι ας μην  τα περάσει κανείς. Θα τα περάσει ο Θεός».

Advertisement

Καλή ανάγνωση!