Οι αποκαλύψεις για την περιουσία της κορυφής του ιρανικού καθεστώτος μοιάζουν πλέον ατελείωτες. Μετά τις πληροφορίες για ακίνητα εκατομμυρίων που συνδέονται με τον νέο ανώτατο ηγέτη του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, στο μικροσκόπιο μπαίνει τώρα και ο Αλί Λαριτζανί, ο ισχυρός παράγοντας της Τεχεράνης που σκοτώθηκε πρόσφατα σε ισραηλινό πλήγμα και για τον οποίο επανέρχονται καταγγελίες περί ακινήτων, μετρητών και υπόγειων οικονομικών διασυνδέσεων.
Οι αποκαλύψεις για τα περιουσιακά ίχνη της ιρανικής ηγετικής κάστας στο εξωτερικό δεν φωτίζουν απλώς τον πλούτο ορισμένων προσώπων. Φωτίζουν, κυρίως, τη βαθιά αντίφαση ενός καθεστώτος που οικοδόμησε την πολιτική του νομιμοποίηση πάνω στην αντιδυτική ρητορική, ενώ κορυφαία στελέχη του φέρονται να επένδυαν ακριβώς στις αγορές, τα χρηματοπιστωτικά εργαλεία και την ασφάλεια που προσφέρει η Δύση.
Μετά τα δημοσιεύματα που συνέδεσαν τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ με ένα εκτεταμένο δίκτυο ακινήτων στο Λονδίνο και αλλού στην Ευρώπη, η προσοχή στρέφεται τώρα στον Αλί Λαριτζανί, επί χρόνια έναν από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους του ιρανικού συστήματος εξουσίας. Ο Λαριτζανί, που είχε αναδειχθεί σε κεντρικό κρίκο της κρατικής και ασφαλιστικής πυραμίδας της Τεχεράνης μετά τον θάνατο του Αλί Χαμενεΐ, επιβεβαιώθηκε αυτή την εβδομάδα ότι σκοτώθηκε σε ισραηλινό αεροπορικό πλήγμα στην Τεχεράνη.
Ακριβώς αυτή η δολοφονία έφερε ξανά στην επιφάνεια έναν μακρύ κατάλογο καταγγελιών που συνόδευαν επί χρόνια το όνομά του. Σύμφωνα με το σημερινά δημοσιεύματα ο Λαριτζανί είχε συνδεθεί με υποθέσεις οικονομικής διαφθοράς, ύποπτες διαδρομές χρήματος, κατασχέσεις γης και περιουσιακά στοιχεία εκτός Ιράν, ενώ γινόταν λόγος ακόμη και για ακίνητα σε Ντουμπάι και Μαλαισία, καθώς και για δίκτυα οικονομικής επιρροής που άγγιζαν την Κίνα. Το ίδιο δημοσίευμα σημειώνει ότι οι πραγματικές διαστάσεις της περιουσίας του παραμένουν θολές, ακριβώς λόγω της αδιαφάνειας που χαρακτηρίζει το ιρανικό πολιτικό σύστημα.
Οι εκτιμήσεις για το μέγεθος αυτής της περιουσίας διαφέρουν σημαντικά. Πληροφορίες επικαλούμενες παλαιότερη εκτίμηση της Al Arabiya, αναφέρουν ότι το 2020 η προσωπική του περιουσία είχε αποτιμηθεί στα 70 εκατ. δολάρια, ενώ νεότερες αποτιμήσεις για το 2026 τοποθετούν την καθαρή του αξία χαμηλότερα, περίπου μεταξύ 5 και 20 εκατ. δολαρίων. Η ίδια η απόσταση ανάμεσα στα νούμερα λέει πολλά: στο Ιράν της θεοκρατικής εξουσίας, η περιουσία των ισχυρών δεν καταγράφεται με διαφάνεια, αλλά μέσα από σκιές, διαρροές, εκτιμήσεις και πολιτικές συγκρούσεις.
Στο επίκεντρο των καταγγελιών βρίσκονται επίσης οι διαβόητοι οικογενειακοί λογαριασμοί και οι σχέσεις του ευρύτερου clan Λαριτζανί με σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς. Το δημοσίευμα αναφέρεται σε 63 προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς που περιείχαν δισεκατομμύρια ιρανικά ριάλ και συνδέθηκαν κυρίως με τον αδελφό του, Σαντίκ Λαριτζανί, σε ένα σκηνικό που είχε απασχολήσει έντονα την ιρανική πολιτική ζωή ήδη από τη δεκαετία του 2010. Σε εκείνη τη φάση, ο τότε πρόεδρος Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ είχε επιχειρήσει να ανοίξει δημόσια το θέμα στη Βουλή, εν μέσω σφοδρής εσωτερικής σύγκρουσης για τη διαφθορά της ελίτ.
Οι υποψίες, ωστόσο, δεν περιορίζονται στο εσωτερικό του Ιράν. Το ίδιο ρεπορτάζ περιγράφει ισχυρισμούς για αγορά ακινήτων στο εξωτερικό, μέσω των οποίων θα μπορούσε να είχε γίνει μεταφορά ή απόκρυψη κεφαλαίων. Δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο μοτίβο. Είναι το ίδιο ακριβώς μοντέλο που εμφανίζεται και σε άλλες έρευνες γύρω από πρόσωπα του ιρανικού καθεστώτος: υπεράκτιες διαδρομές, εταιρικά πέπλα, ξένα ακίνητα και γεωγραφική διασπορά πλούτου, μακριά από το κοινό της ιρανικής κοινωνίας που ζει εδώ και χρόνια υπό οικονομική ασφυξία.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά και η αναφορά στις επαφές με την Κίνα. Ο Λαριτζανί είχε αναλάβει κεντρικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για τη στρατηγική 25ετή συμφωνία Ιράν-Κίνας, μια συμφωνία δισεκατομμυρίων που θεωρήθηκε κομβική για την οικονομική επιβίωση της Τεχεράνης μέσα στο καθεστώς κυρώσεων. Γύρω από αυτή τη διαδικασία διατυπώθηκαν καταγγελίες ότι η οικογένεια Λαριτζανί μπορεί να ωφελήθηκε μέσω προμηθειών ή αδιαφανών πληρωμών, χωρίς όμως να έχουν παρουσιαστεί αποδείξεις που να τεκμηριώνουν οριστικά αυτούς τους ισχυρισμούς.
Το στοιχείο που ενισχύει την εικόνα πολιτικοοικονομικής δύναμης είναι ότι ο Λαριτζανί βρέθηκε και στο στόχαστρο των αμερικανικών κυρώσεων. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε τον Ιανουάριο κυρώσεις σε βάρος του, περιγράφοντάς τον ως έναν από τους αρχιτέκτονες της κρατικής καταστολής και της στήριξης σε δίκτυα που συνδέονται με την περιφερειακή δραστηριότητα της Τεχεράνης. Η κίνηση αυτή δεν αποδεικνύει από μόνη της προσωπικό παράνομο πλουτισμό, αλλά εντάσσει το όνομά του στον στενό πυρήνα των προσώπων που θεωρούνται κρίσιμα για τη χρηματοδότηση και την επιβίωση του καθεστώτος.
Πολιτικά, η υπόθεση είναι μεγαλύτερη από το ίδιο το πρόσωπο. Ο θάνατος του Λαριτζανί αφήνει πίσω του όχι μόνο ένα κενό ισχύος, αλλά και νέα ερωτήματα για το ποιος πραγματικά κινεί τα νήματα στην Τεχεράνη. Και ταυτόχρονα, οι αποκαλύψεις για ακίνητα, μετρητά και εξωχώριες διασυνδέσεις ενισχύουν την εικόνα μιας εξουσίας που, πίσω από το ιδεολογικό της προσωπείο, λειτούργησε για χρόνια σαν ένα κλειστό σύστημα πολιτικής, οικογενειακής και οικονομικής αναπαραγωγής.
Αυτό είναι ίσως και το πιο εκρηκτικό στοιχείο της υπόθεσης. Οσο περισσότερο αποκαλύπτονται τα assets των κορυφαίων μορφών του ιρανικού καθεστώτος στο εξωτερικό, τόσο περισσότερο απογυμνώνεται η διπλή γλώσσα της εξουσίας στην Τεχεράνη: δημόσια εχθρότητα προς τη Δύση, ιδιωτική εμπιστοσύνη στα ακίνητά της, στις τράπεζές της και στην ασφάλεια που προσφέρουν οι θεσμοί της.