Με έναν αμήχανο, αλλά ρεαλιστικό τρόπο, τοποθετήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στο ενδεχόμενο επέκτασης των ιρανικών επιθέσεων πιο κοντά στην ευρωπαϊκή επικράτεια, παραπέμποντας ουσιαστικά την ευθύνη αντίδρασης στο ΝΑΤΟ. Αυτό προκύπτει από τις δηλώσεις της αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και επιτρόπου για τη Μεσόγειο, Ντουμπράβκα Σούιτσα, μετά τη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ με τις χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) στις 5 Μαρτίου.

Κατά τη διάρκεια των δηλώσεών της, μετά το πέρας της συνάντησης, δημοσιογράφος έθεσε ευθέως το ενδεχόμενο το Ιράν να επεκτείνει τις επιθέσεις του με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη ακόμη πιο κοντά στην Ευρώπη, κάνοντας μάλιστα ρητή αναφορά στην Κύπρο. Η ερώτηση διατυπώθηκε ως εξής:

Advertisement
Advertisement

«Τι θα συμβεί αν το Ιράν αρχίσει να χρησιμοποιεί πυραύλους και drones για να πλήξει στόχους πιο μακριά; Όπως μόλις τώρα, στην Κύπρο, αλλά ακόμη πιο κοντά στην Ευρώπη;»

Η απάντηση της Σούιτσα, η οποία δήλωσε αλληλέγγυα, μετέφερε το βάρος της πιθανής αντίδρασης κυρίως στο ΝΑΤΟ και στα κράτη-μέλη. Όπως ανέφερε:

«Αυτό αφορά περισσότερο το ΝΑΤΟ και τα κράτη-μέλη. Αυτή τη στιγμή, φυσικά, είμαστε σε αλληλεγγύη με όλα τα κράτη-μέλη  φυσικά και με την Κύπρο  και θα βοηθήσουμε αν υπάρξει ανάγκη. Προς το παρόν, όμως, θα δούμε τι θα πει και το ΝΑΤΟ. Δεν είναι εύκολο να προβλέψει κανείς αυτή τη στιγμή, αλλά δεν νομίζω ότι θα συμβεί.»

Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει την πραγματικότητα, δηλαδή τα περιορισμένα περιθώρια άμεσης αντίδρασης της ΕΕ σε ένα τέτοιο σενάριο ασφάλειας, καθώς η συλλογική άμυνα παραμένει αρμοδιότητα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και των κρατών-μελών, την ώρα που η ένταση στη Μέση Ανατολή και η χρήση πυραύλων και drones αυξάνουν τις ανησυχίες για πιθανή γεωγραφική επέκταση της κρίσης προς την ευρωπαϊκή περιφέρεια.

Την ίδια αμηχανία έδειξε και χθες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά την ενημέρωση των δημοσιογράφων, επιχειρώντας να υποβαθμίσει τα περιστατικά με τα drones στην Κύπρο. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, εκπρόσωπος της Κομισιόν ανέφερε ότι είναι «ξεκάθαρο» πως η επίθεση δεν είχε στόχο την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά τη βρετανική στρατιωτική βάση στο νησί.

Παράλληλα, σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο ενεργοποίησης της ρήτρας αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής της ΕΕ, η Επιτροπή παρέπεμψε στην ευθύνη του ίδιου του κράτους-μέλους να ζητήσει την ενεργοποίησή της, υπενθυμίζοντας ότι η σχετική διαδικασία κινείται μόνο κατόπιν αιτήματος της χώρας που δέχεται επίθεση.

Advertisement

Εκτός από την πολυφωνία που καταγράφεται στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες από την ημέρα που οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τις επιθέσεις στο Ιράν, από τις τοποθετήσεις των Βρυξελλών φαίνεται να αναδεικνύεται μια προσπάθεια χαμηλών τόνων απευχόμενες το χειρότερο σενάριο.

Στο ίδιο πλαίσιο, η αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και επίτροπος για τη Μεσόγειο Ντουμπράβκα Σούιτσα υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει πρωτίστως τη διπλωματική αποκλιμάκωση της κρίσης, σημειώνοντας ότι βρίσκονται σε εξέλιξη επαφές με υπουργούς και ηγέτες χωρών της περιοχής. Όπως ανέφερε, η κατάσταση στη Μέση Ανατολή παραμένει ιδιαίτερα εύθραυστη και η ΕΕ επιχειρεί να αξιοποιήσει όλους τους διαθέσιμους διπλωματικούς διαύλους, επισημαίνοντας ότι πολλές από αυτές τις επαφές πραγματοποιούνται και σε παρασκηνιακό επίπεδο.

Παράλληλα, τόνισε ότι η Ευρώπη ανησυχεί ιδιαίτερα για την ασφάλεια των θαλάσσιων εμπορικών οδών, επισημαίνοντας ότι μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού εμπορίου διέρχεται από θαλάσσιες διαδρομές που περνούν από περιοχές όπως η Ερυθρά Θάλασσα και η Διώρυγα του Σουέζ. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε και στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην περιοχή για την προστασία της ναυσιπλοΐας, όπως η επιχείρηση Ασπίδες, υπογραμμίζοντας ότι η σταθερότητα στις θαλάσσιες οδούς έχει κρίσιμη σημασία για το εμπόριο και την οικονομία της Ευρώπης.

Advertisement

Στο μεταξύ, στο κοινό ανακοινωθέν που εξέδωσαν μετά τη συνάντηση, οι υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (Σαουδική Αραβία,  Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα,  Κατάρ, Κουβέιτ, Μπαχρέιν, Ομάν) καταδίκασαν τις «αδικαιολόγητες επιθέσεις» του Ιράν, τονίζοντας ότι απειλούν την περιφερειακή και διεθνή ασφάλεια. Παράλληλα, επαναβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους στον διάλογο και τη διπλωματία ως βασικά μέσα για την αποκλιμάκωση της κρίσης, εξάρoντας τον εποικοδομητικό ρόλο του Ομάν στις σχετικές προσπάθειες.

Οι υπουργοί υπογράμμισαν επίσης την ανάγκη αποτροπής της απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν, καθώς και την παύση της ανάπτυξης και διάδοσης βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών που απειλούν την ασφάλεια της περιοχής και πέραν αυτής. Παράλληλα υπενθύμισαν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, τα κράτη του Κόλπου διατηρούν το εγγενές δικαίωμα ατομικής και συλλογικής αυτοάμυνας έναντι ένοπλων επιθέσεων.

Advertisement