Το πρωί του Σαββάτου και με το φως της ημέρας άρχισε η μεγάλης κλίμακας επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν – μια επιλογή η οποία εκ πρώτης όψεως φαίνεται κάπως ασυνήθιστη, τουλάχιστον, από καθαρά στρατιωτικής άποψης.

Ο όγκος της αεροναυτικής ισχύος που είχαν συγκεντρώσει οι ΗΠΑ στην περιοχή δεν άφηνε πολλά περιθώρια παρερμηνείας, ειδικά σε συνδυασμό με την εκατέρωθεν ρητορική του τελευταίου καιρού – σε μεγάλο βαθμό η επίθεση ήταν αναμενόμενη, αργά ή γρήγορα. Η επίθεση με το φως της ημέρας δεν έρχεται σε αντίθεση με το ευρύτερο πλαίσιο μιας πρακτικά προαναγγελθείσας επιχείρησης.

Advertisement
Advertisement

Αν και στην επιλογή της χρονικής στιγμής μιας επίθεσης συντρέχουν προφανώς πολλοί επιχειρησιακοί λόγοι (και η συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση), κατά (άτυπο) κανόνα οι στρατιωτικές επιθετικές ενέργειες τείνουν να εκδηλώνονται τα ξημερώματα, λίγες ώρες πριν ξημερώσει. Οι λόγοι για αυτό είναι πολλοί και σε μεγάλο βαθμό εύκολα κατανοητοί ακόμα και αν κάποιος δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις: Οι συγκεκριμένες ώρες προσφέρονται για αιφνιδιασμό, καθώς ο βαθμός ετοιμότητας του αντιπάλου εκ των πραγμάτων είναι μειωμένος (πέρα από τις δυνάμεις που είναι σε υπηρεσία/ επιφυλακή, το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού/ έμψυχου δυναμικού του κοιμάται), ενώ τη νύχτα, εφόσον ο επιτιθέμενος διαθέτει τεχνολογική υπεροπλία, μπορεί να αξιοποιήσει στο μέγιστο τα πλεονεκτήματά του στο επίπεδο του νυχτερινού αγώνα. Ακόμη, μειώνονται οι πιθανότητες για παράπλευρες απώλειες, καθώς οι περισσότεροι πολίτες βρίσκονται στα σπίτια τους και όχι σε δρόμους, δουλειές κλπ, ενώ επίσης όλοι μπορούν να αντιληφθούν πόσο αποπροσανατολισμό και σύγχυση προκαλεί ένα βίαιο ξύπνημα (τόσο σε επίπεδο ανθρώπων, όσο και στρατιωτικού και πολιτικού μηχανισμού), όσο καλά προετοιμασμένος και να είναι κάποιος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επέλεξαν να επιτεθούν νωρίς το πρωί, αφού είχε ξημερώσει. Τα πλήγματα γίνονται στο φως της ημέρας, και καλά πληροφορημένες πηγές κάνουν λόγο για ευρεία χρήση πυραύλων cruise, αλλά και βαλλιστικών, από αμερικανικής και ισραηλινής πλευράς, με το Ιράν να απαντά και αυτό εξαπολύοντας βαλλιστικούς πυραύλους. Η συγκεκριμένη επιλογή φαίνεται να έχει σημαντικό πρόσημο πολιτικής επιλογής: Το να χτυπηθεί ο αντίπαλος σε κοινή θέα, με το φως της ημέρας, ενώ όλος ο κόσμος είναι ξύπνιος και παρακολουθεί, αποτελεί ένα μια πολύ συγκεκριμένη επιλογή, με πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο – μια επίδειξη ισχύος και παντοδυναμίας σε κοινή θέα και προς πάσα κατεύθυνση. Επίσης, αν ληφθούν υπόψιν οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών, θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως μια προσπάθεια αιφνιδιασμού, ακόμα και στο ευρύτερο πλαίσιο μιας, όπως προαναφέρθηκε, προαναγγελθείσας πολεμικής επιχείρησης (υπό την έννοια του να μην κάνει κάποιος ακριβώς αυτό που θα περίμενε ο αντίπαλος). Ακόμη, τα πλήγματα την ημέρα επιτρέπουν καλύτερη αξιολόγηση των επιπτώσεών τους στον αντίπαλο (battle damage assessment).

Κλείνοντας, στο ευρύτερο πολιτικοστρατιωτικό πλαίσιο, αξίζει να ανατρέξει κανείς στο παρελθόν, και συγκεκριμένα στη μάχη των Γαυγαμήλων το 331 πΧ, όπου σφραγίστηκε η μοίρα της περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών: Μπροστά στη μεγάλη αριθμητική υπεροπλία του περσικού στρατεύματος του Δαρείου του Κοδομανού, έμπειροι Μακεδόνες στρατηγοί, μεταξύ των οποίων ο Παρμενίων, εισηγήθηκαν στον Αλέξανδρο νυχτερινή επίθεση, ώστε να αντισταθμιστεί η ποσοτική υπεροχή των Περσών. Ο Αλέξανδρος αρνήθηκε («αισχρόν είναι κλέψαι την νίκην»): Ο λόγος είναι πως ο Αλέξανδρος επιδίωκε να γίνει ο απόλυτος άρχοντας της Ασίας, και για να γίνει αυτό ο Δαρείος έπρεπε να νικηθεί αποφασιστικά και επί του πεδίου, με το φως της ημέρας και μπροστά σε όλους– μια νίκη ξεκάθαρη, χωρίς καμία δυνατότητα αμφισβήτησης, με την οποία θα καταλυόταν το προηγούμενο καθεστώς- άλλωστε, όπως είχε πει στον Δαρείο όταν του είχε προτείνει ειρήνη «στον ουρανό δεν υπάρχουν δύο ήλιοι, ούτε στη Γη δύο κυρίαρχοι».

Επί της προκειμένης, υπάρχει σαφής πρόθεση αλλαγής καθεστώτος στο Ιράν- και ο μόνος τρόπος να γίνει αυτό είναι το καθεστώς των μουλάδων να χτυπηθεί αποφασιστικά και όσο το δυνατόν περισσότερο «σε κοινή θέα», μέχρι να καταρρεύσει.