Ανήσυχοι ότι βρισκόμαστε στο κατώφλι του Γ΄ Παγκόσμιου Πολέμου δηλώνουν Ευρωπαίοι και Βορειο Αμερικανοί καθώς πιστεύουν ότι ο πλανήτης οδεύει προς μια νέα παγκόσμια σύγκρουση μέσα στα επόμενα 5 χρόνια.
Δημοσκόπηση του Politico, σε ΗΠΑ, Καναδά, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία και Γερμανία, τις πέντε χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα δηλαδή, έδειξε ότι ο κόσμος γίνεται όλο και πιο επικίνδυνος.
«Η αλλαγή στη στάση του δυτικού κοινού σε λιγότερο απόν ένα χρόνο αντανακλά μια δραματική μετακίνηση προς έναν πιο ανασφαλή κόσμο, όπου ο πόλεμος θεωρείται πιθανός και οι συμμαχίες ασταθείς», σημειώνει ο Σεμπ Ράιντ, επικεφαλής δημοσκοπήσεων της Public First ο οποίος υποστηρίζει ότι τον τελευταίο χρόνο τα ποσοστά αυτά έχουν αυξηθει σημαντικά.
Κάτω από την πίεση του φόβου οι πολίτες εμφανίζονται διατεθημένοι να κάνουν «θυσίες» για να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες, αν και η οικονομία φαίνεται ότι παραμένει βασική προτεραιότητα.
Η μεγαλύτερη στήριξη για την αύξηση των αμυντικών δαπανών καταγράφηκε σε Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία και Καναδά, αλλά μειώθηκε απότομα όταν οι πολίτες συνειδητοποίησαν ότι αυτό προκαλέι αύξηση του δημόσιου χρέους, περικοπές σε άλλες υπηρεσίες και αύξηση των φόρων.
«Η δημοσκόπησή μας καταδεικνύει πως η ενισχυόμενη ανησυχία για τον πόλεμο δεν δίνει στους ηγέτες το δικαίωμα να δαπανήσουν μεγάλα ποσά για την άμυνα», παρατηρεί ο Ράιντ. «Αν μη τι άλλο, οι ψηφοφόροι είναι πλέον λιγότερο διατεθειμένοι να κάνουν τις απαραίτητες παραχωρήσεις για τη βελτίωση της στρατιωτικής ασφάλειας. Ετσι, οι Ευρωπαίοι ηγέτες βρίσκονται σε δυσχερή θέση, καθώς δεν μπορούν να βασιστούν στις ΗΠΑ, δεν μπορούν να το χρησιμοποιήσουν ως επιχείρημα για να επενδύσουν στο εσωτερικό και βρίσκονται υπό μεγαλύτερη πίεση να λύσουν επειγόντως αυτό το ζήτημα σε έναν κόσμο όπου οι συγκρούσεις φαίνονται πιο κοντά από ποτέ».
Νορβηγία: Ανησυχία για ρωσική εισβολή
Η δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 6 και 9 Φεβρουαρίου σε ένα δείγμα 2.000 ανθρώπων σε κάθε χώρα υπογραμμίζει την πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι ηγέτες του ΝΑΤΟ στην προσπάθεια ενίσχυσης της ασφάλειας, σε μία χρονική συγκυρία κατά την οποία τα δημόσια οικονομικά είναι περιορισμένα.
Αυτή η αντίφαση θα διαμορφώσει το πλαίσιο της συζήτησης μεταξύ των ηγετών από όλο τον κόσμο στην ετήσια Διάσκεψη Ασφαλείας που ξεκινά σήμερα, Παρασκευή, στο Μόναχο.
Χωρίς να διαφαίνεται –άμεσα– το τέλος του τετραετούς πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία και με φόντο τις κινήσεις του Τραμπ σε Ιράν, Συρία, Βενεζουέλα και Αφρική, πολλοί πολίτες θεωρούν αυξημένο τον κίνδυνο μιας παγκόσμιας σύγκρουσης.
Η αίσθηση αυτή είναι ιδιαίτερα διάχυτη στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου το 43% πιστεύει ότι είναι «πιθανό» ή «πολύ πιθανό» να ξεσπάσει ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος έως το 2031. Τον Μάρτιο του 2025, το ποσοστό αυτό ήταν 30%.
Το 46% των Αμερικανών ερωτηθέντων εκτιμά πως ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος είναι «πιθανός» ή «πολύ πιθανός» έως το 2031 – από 38% πέρυσι. Μεταξύ των πέντε χωρών, μόνο οι Γερμανοί πιστεύουν συνολικά ότι ένας Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είναι πιθανός τα επόμενα πέντε χρόνια.
Οσον αφορά τη μεμονωμένη συμμετοχή χωρών σε στρατιωτικές ενέργειες, οι Αμερικανοί ερωτηθέντες ήταν εκείνοι που θεωρούσαν πιο πιθανή τη συμμετοχή της χώρας τους σε πόλεμο στα επόμενα πέντε χρόνια, ακολουθούμενοι από τους ερωτηθέντες σε Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία.
Σύμφωνα με το Politico, αυτό υποδηλώνει ότι οι πυρηνικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ ενδέχεται να είναι πιο προετοιμασμένες για σύγκρουση από άλλες χώρες και πως η εικόνα του Τραμπ ως «προέδρου της ειρήνης» δεν πείθει τους ψηφοφόρους στη χώρα του.
Τουλάχιστον ένας στους τρεις ανθρώπους στις ΗΠΑ, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γαλλία και στον Καναδά πιστεύει ότι είναι πιθανό ή πολύ πιθανό να γίνει χρήση πυρηνικού όπλου σε πόλεμο τα επόμενα πέντε χρόνια.
Ποιος απειλεί την ειρήνη
Ως προς το ποια χώρα θεωρείται μεγαλύτερη απειλή για την ειρήνη; Η Ρωσία θεωρείται η μεγαλύτερη απειλή στην Ευρώπη, ενώ οι Καναδοί θεωρούν την Αμερική του Τραμπ ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ασφάλεια.
Στη Γαλλία, τη Γερμανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, η δεύτερη μεγαλύτερη απειλή θεωρείται η Αμερική, την οποία οι ερωτηθέντες ανέφεραν πολύ πιο συχνά από την Κίνα.
Η πλειονότητα των ερωτηθέντων στη Γαλλία, τη Γερμανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στον Καναδά δήλωσαν ότι η χώρα τους πρέπει να δαπανήσει περισσότερα για την άμυνα, με την τάση να είναι ισχυρότερη στο Ηνωμένο Βασίλειο και στον Καναδά.
Αλλά το βασικό ερώτημα, υπογραμμίζει το Politico, είναι πώς θα πληρωθεί αυτό. Η δημοσκόπηση διαπίστωσε ότι η υποστήριξη για περισσότερες αμυντικές δαπάνες μειώθηκε όταν οι ερωτηθέντες κλήθηκαν να εξετάσουν εάν αυτή η χρηματοδότηση θα πρέπει να προέλθει από περικοπές σε άλλους τομείς, από μεγαλύτερο κρατικό δανεισμό ή από την αύξηση των φόρων.
Οι Γάλλοι και οι Γερμανοί εμφανίζονται τώρα λιγότερο πρόθυμοι να στηρίξουν μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες σε σχέση με πέρυσι, εφόσον αυτές απαιτήσουν μεταφορά πόρων από άλλους τομείς, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση. Στη Γερμανία, μάλιστα, οι αμυντικές δαπάνες είναι μια από τις λιγότερο δημοφιλείς επιλογές, μπροστά μόνο από τις δαπάνες για εξωτερική βοήθεια.
Το 2025, το 40% του γαλλικού κοινού και το 37% του γερμανικού κοινού δήλωσαν ότι θα υποστήριζαν την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Φέτος, η υποστήριξη αυτή μειώθηκε σε μόλις 28% στη Γαλλία και 24% στη Γερμανία.
Οι δύο χώρες, συμπεραίνει το Politico, είναι πλέον πολύ πιο πιθανό να αντιταχθούν στο να ξοδέψουν περισσότερα για την άμυνα, όταν ανακύπτει το ερώτημα ποιος και πώς θα πληρώσει τον λογαριασμό.
Τέλος, η δημοσκόπηση έδειξε ότι υπάρχει έντονος σκεπτικισμός των πολιτών ως προς τη δημιουργία κοινού ευρωπαϊκού στρατού, μιας ιδέας που έχει εκφραστεί από την Κομισιόν (και όχι μόνο). Το σενάριο αυτό υποστηρίζεται μόλις από το 22% των Γερμανών και το 17% των Γάλλων.
Αντίθετα, η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία έχει σαφώς μεγαλύτερη αποδοχή στις δύο χώρες, συγκεντρώνοντας ποσοστό περίπου 50%.