Η κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: θα μετατραπεί η στρατιωτική πίεση σε ανοιχτή σύγκρουση; Με τη Μέση Ανατολή να θυμίζει πυριτιδαποθήκη και τις αμερικανικές δυνάμεις να ενισχύονται διαρκώς στην περιοχή, το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης κατά του Ιράν επανέρχεται δυναμικά στη διεθνή ατζέντα. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος καλείται να σταθμίσει ρίσκα, στρατηγικά οφέλη και πολιτικό κόστος σε μια απόφαση με παγκόσμιες συνέπειες.

Σύμφωνα με ανάλυση του Economist, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αναπτύξει τη μεγαλύτερη στρατιωτική τους παρουσία στη Μέση Ανατολή εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες. Περισσότερο από το ένα τρίτο των διαθέσιμων αμερικανικών πολεμικών πλοίων επιχειρεί πλέον στην περιοχή, ενώ αεροπλανοφόρα, βομβαρδιστικά, συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας και αεροσκάφη υποστήριξης συνθέτουν ένα σκηνικό αυξημένης ετοιμότητας.

Advertisement
Advertisement

Η Ουάσιγκτον έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι διαθέτει την ικανότητα να πλήξει ιρανικούς στόχους μεγάλης στρατηγικής σημασίας. Βομβαρδιστικά B-2 έχουν πραγματοποιήσει υπερατλαντικές αποστολές, ενώ σήμερα περίπου 200 μαχητικά αεροσκάφη, αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης AWACS και ιπτάμενα τάνκερ βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή. Παράλληλα, πλοία εξοπλισμένα με πυραύλους Tomahawk και συστήματα THAAD και Patriot ενισχύουν τόσο την επιθετική όσο και την αμυντική διάσταση της αμερικανικής παρουσίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώνονται τέσσερα βασικά σενάρια στρατιωτικής δράσης. Το πρώτο αφορά ένα στοχευμένο πλήγμα κατά της πολιτικής και θρησκευτικής ηγεσίας του Ιράν, ακόμη και εναντίον του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ. Ένα τέτοιο «αποκεφαλιστικό» χτύπημα θα επιδίωκε να προκαλέσει ρήγμα στο καθεστώς, ωστόσο η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η εξόντωση ηγετών δεν διασφαλίζει πολιτική μετάβαση συμβατή με τα αμερικανικά συμφέροντα και ενδέχεται να οδηγήσει σε απρόβλεπτη αποσταθεροποίηση.

Το δεύτερο σενάριο επικεντρώνεται στο Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), τον βασικό στρατιωτικό και οικονομικό βραχίονα του καθεστώτος. Πλήγματα σε διοικητικά κέντρα και βάσεις θα μπορούσαν να περιορίσουν την επιχειρησιακή του ικανότητα. Ωστόσο, το IRGC διαθέτει εκτεταμένο δίκτυο συμμάχων και εμπειρία σε ασύμμετρο πόλεμο, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο περιφερειακής ανάφλεξης.

Η τρίτη επιλογή αφορά ευρείας κλίμακας καταστροφή στρατιωτικών υποδομών: βάσεις βαλλιστικών πυραύλων, αποθήκες drones και εγκαταστάσεις εκτόξευσης. Το Ιράν έχει επενδύσει επί δεκαετίες στην ανάπτυξη πυραυλικού οπλοστασίου, αντισταθμίζοντας τις αδυναμίες της αεροπορίας του. Η εξουδετέρωση αυτής της ικανότητας θα περιόριζε την απειλή κατά αμερικανικών βάσεων και συμμάχων όπως το Ισραήλ, αλλά θα απαιτούσε παρατεταμένες επιχειρήσεις με υψηλό ρίσκο κλιμάκωσης.

Τέταρτη επιλογή είναι η στοχοποίηση των πυρηνικών εγκαταστάσεων, με στόχο την επιβράδυνση ή αναστολή του ιρανικού προγράμματος. Οι εγκαταστάσεις, ωστόσο, είναι διασκορπισμένες και ορισμένες βαθιά θαμμένες, καθιστώντας απαραίτητα επαναλαμβανόμενα και ακριβή πλήγματα. Ακόμη και σε περίπτωση επιτυχίας, το αποτέλεσμα πιθανόν θα ήταν χρονική καθυστέρηση και όχι οριστική εξάλειψη της πυρηνικής ικανότητας.

Από την πλευρά της, η Τεχεράνη διαθέτει σημαντικά μέσα αποτροπής. Το πυραυλικό της οπλοστάσιο, τα drones και οι πύραυλοι κρουζ μπορούν να πλήξουν στόχους σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Μέσω οργανώσεων-συμμάχων, όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο και οι Χούθι στην Υεμένη, μπορεί να ανοίξει πολλαπλά μέτωπα, αυξάνοντας το κόστος για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.

Για τον Τραμπ, το δίλημμα είναι σύνθετο. Περιορισμένα πλήγματα ίσως δεν επαρκούν για ουσιαστικές παραχωρήσεις από την Τεχεράνη, ενώ μια εκτεταμένη εκστρατεία θα μπορούσε να οδηγήσει σε μακροχρόνια στρατιωτική εμπλοκή. Το οικονομικό βάρος και η πολιτική φθορά μιας νέας σύγκρουσης ενδέχεται να αποδειχθούν σημαντικά, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου η αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε νέους πολέμους.

Εν τέλει, η στρατιωτική ισχύς λειτουργεί ως μοχλός πίεσης, αλλά δεν εγγυάται πολιτική λύση. Η απειλή μιας συντριπτικής εκστρατείας ίσως αποσκοπεί περισσότερο στην αποτροπή και στον εξαναγκασμό σε διαπραγματεύσεις παρά σε άμεση σύγκρουση. Ωστόσο, στη Μέση Ανατολή, η γραμμή ανάμεσα στην αποτροπή και την ανάφλεξη παραμένει εξαιρετικά λεπτή.