Με ένα έκτακτο πακέτο μέτρων που στοχεύει να μετριάσει τις πιέσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η γερμανική κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει απάντηση στις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν.

Σύμφωνα με το Reuters, οι οριστικές αποφάσεις ανακοινώθηκαν τη Δευτέρα του Πάσχα (13/4), μετά από παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν όλο το Σαββατοκύριακο μεταξύ της συντηρητικής συμμαχίας του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς και των Σοσιαλδημοκρατών κυβερνητικών εταίρων.

Advertisement
Advertisement

Ο ίδιος ο Μερτς παραδέχθηκε ότι το τίμημα της σύγκρουσης δεν θα είναι παροδικό. Όπως δήλωσε στο Βερολίνο, «θα αισθανόμαστε τις συνέπειες αυτού του πολέμου για πολύ καιρό ακόμη, ακόμη και όταν τελειώσει». Στο ίδιο πλαίσιο υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση επιδιώκει «να κάνουμε ό,τι είναι μέσα στις δυνάμεις μας — και ενώ οι πόροι μας είναι περιορισμένοι, υπάρχουν — για να διατηρήσουμε και να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας και να ανακουφίσουμε τα νοικοκυριά».

Κεντρική και πιο άμεση παρέμβαση αποτελεί η προσωρινή μείωση του φόρου στα καύσιμα κατά 17 λεπτά ανά λίτρο για βενζίνη και πετρέλαιο, με διάρκεια δύο μηνών. Το μέτρο εκτιμάται στα 1,6 δισ. ευρώ και συνιστά βασική προσπάθεια περιορισμού των άμεσων συνεπειών από την άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου.

Ταυτόχρονα, δίνεται η δυνατότητα στις επιχειρήσεις να χορηγούν στους εργαζομένους αφορολόγητο bonus στήριξης έως 1.000 ευρώ εντός του 2026, χωρίς επιβαρύνσεις από φόρους ή ασφαλιστικές εισφορές.

Η απόφαση έχει όχι μόνο οικονομικό αλλά και έντονο πολιτικό χαρακτήρα, καθώς στο Βερολίνο υπήρχε ήδη πίεση για άμεση αντίδραση στη συνεχιζόμενη αύξηση των τιμών. Ο ηγέτης των Βαυαρών συντηρητικών Μάρκους Ζέντερ αποτύπωσε το κλίμα στην κοινωνία λέγοντας: «Η πίεση των τελευταίων εβδομάδων ήταν αφόρητη για πολλούς ανθρώπους — αφόρητη για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και για τους ίδιους τους πολίτες».

«Οι καθημερινές υπενθυμίσεις ότι οι τιμές ανεβαίνουν, όπως στα πρατήρια καυσίμων, έχουν προκαλέσει ένα αίσθημα αδυναμίας, θυμού και πραγματικής επιβάρυνσης. Εμείς δρούμε απέναντι σε αυτό», πρόσθεσε.

Το πακέτο ανακοινώνεται σε μια περίοδο που η γερμανική οικονομία παραμένει ευάλωτη. Μετά την ισχυρή αναταραχή που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Γερμανία κατέγραψε ύφεση τόσο το 2023 όσο και το 2024, ενώ πέρυσι η ανάπτυξη περιορίστηκε μόλις στο 0,2%. Η νέα ενεργειακή πίεση λόγω της σύγκρουσης με το Ιράν απειλεί να εκτροχιάσει εκ νέου τις προσδοκίες ανάκαμψης της κυβέρνησης Μερτς, η οποία έχει επενδύσει πολιτικά στην επανεκκίνηση της βιομηχανίας και στην αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας.

Advertisement

Πέρα από τα άμεσα μέτρα, ο κυβερνητικός συνασπισμός προανήγγειλε και δεύτερη δέσμη μέτρων. Τις επόμενες εβδομάδες αναμένεται να παρουσιαστεί το μόνιμο σχέδιο φοροελαφρύνσεων για χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, με ορίζοντα εφαρμογής από το 2027.

Παράλληλα, η γερμανική κυβέρνηση επιδιώκει έως το καλοκαίρι να προωθήσει μια συνολική μεταρρύθμιση του συστήματος υγειονομικής ασφάλισης, ώστε να μειωθεί η επιβάρυνση στους εργοδότες. Η μεταρρύθμιση αυτή θεωρείται καίρια, καθώς οι δαπάνες υγείας αυξάνονται διαρκώς και το δημογραφικό επιβαρύνει όλο και περισσότερο την αγορά εργασίας.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η σαφής πρόθεση της κυβέρνησης να συγκρουστεί στις Βρυξέλλες για το μέλλον της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας. Το Βερολίνο ανακοίνωσε ότι θα πιέσει για περαιτέρω χαλάρωση των στόχων εκπομπών για τις αυτοκινητοβιομηχανίες, απορρίπτοντας την πρόταση της Κομισιόν για ειδικό καθεστώς στα μικρά αυτοκίνητα, καθώς και το ενδεχόμενο συμψηφισμού επιπλέον εκπομπών μέσω offsets.

Advertisement