Για κάποιους συγγενείς του, ο «θείος Μπομπ» είναι ένας ήσυχος άνθρωπος που αγαπά το σκάκι και τη μουσική του Franz Schubert. Ένας «πολύ έξυπνος και καλλιεργημένος» άνδρας, όπως τον περιγράφει ψυχίατρος, που θα μπορούσε –υπό άλλες συνθήκες– να είχε προσφέρει πολλά στην κοινωνία.
Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική. Ο Robert Maudsley αποτελεί έναν από τους πιο διαβόητους κατά συρροή δολοφόνους στη Βρετανία, έχοντας περάσει σχεδόν μισό αιώνα σε καθεστώς απομόνωσης πίσω από τα κάγκελα.
Σήμερα, στα 72 του χρόνια, κοστίζει στο βρετανικό κράτος περίπου μισό εκατομμύριο λίρες ετησίως. Ζει μόνος, παίζοντας σκάκι, διαβάζοντας και ακούγοντας κλασική μουσική. Για ορισμένους συγγενείς του παραμένει ένας «ήρωας» που στράφηκε εναντίον παιδόφιλων, όμως για τις αρχές είναι ένας εξαιρετικά επικίνδυνος άνθρωπος που δεν μπορεί να αφεθεί ποτέ ελεύθερος.
Έχει διαπράξει τέσσερις δολοφονίες, με τις τρεις να γίνονται μέσα στη φυλακή. Η επικινδυνότητά του οδήγησε σε πρωτοφανή μέτρα ασφαλείας και σε δεκαετίες αυστηρής απομόνωσης.
Το όνομά του συνδέθηκε με το προσωνύμιο «Hannibal the Cannibal», μετά από μία από τις πιο φρικιαστικές δολοφονίες του. Φρουροί είχαν βρει θύμα με ανοιγμένο κρανίο και ένα κουτάλι να προεξέχει. Παρά τις φήμες περί κανιβαλισμού, οι ιατροδικαστικές εξετάσεις δεν το επιβεβαίωσαν ποτέ. Μετά από δύο ακόμη δολοφονίες στη φυλακή, φέρεται να είπε ψυχρά στους δεσμοφύλακες: «Θα υπάρχουν δύο λιγότεροι στο προσκλητήριο».
Για χρόνια επικρατούσε η εικόνα ότι κρατείται σε ένα «γυάλινο κλουβί». Στην πραγματικότητα, το κελί του είχε διαφανή πόρτα Perspex, ώστε να βρίσκεται υπό συνεχή παρακολούθηση. Τα έπιπλα ήταν κατασκευασμένα από συμπιεσμένο χαρτόνι, για να μην μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ως όπλα, καθώς –όπως ανέφεραν σωφρονιστικοί υπάλληλοι– θα αξιοποιούσε οτιδήποτε είχε στη διάθεσή του.
Ο Μόντσλεϊ θεωρείται ότι κατέχει ένα άτυπο «παγκόσμιο ρεκόρ», έχοντας περάσει περίπου 47 χρόνια σε απομόνωση. Για δεκαετίες κρατούνταν στη φυλακή Wakefield Prison, ενώ πρόσφατα μεταφέρθηκε στη Whitemoor Prison, σε μονάδα υψίστης ασφαλείας.
Γεννήθηκε το 1953 στο Λίβερπουλ και μεγάλωσε μέσα σε συνθήκες φτώχειας και κακοποίησης. Πέρασε από ιδρύματα και επέστρεψε σε ένα βίαιο οικογενειακό περιβάλλον. Σε ηλικία 16 ετών έφυγε από το σπίτι και κατέληξε στο Λονδίνο, όπου επιβίωνε ως εκδιδόμενος.
Το 1974, σε ηλικία 21 ετών, δολοφόνησε τον πρώτο του πελάτη, όταν εκείνος του έδειξε υλικό παιδικής κακοποίησης, και στη συνέχεια παραδόθηκε μόνος του στην αστυνομία. Αρχικά κρίθηκε ανίκανος να δικαστεί και μεταφέρθηκε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Broadmoor Hospital, όπου θεωρούνταν «υποδειγματικός ασθενής» μέχρι το 1977, όταν συμμετείχε στον βασανισμό και τη δολοφονία ενός παιδόφιλου κρατουμένου.
Μεταφέρθηκε στη συνέχεια στη φυλακή Wakefield και το 1978 σκότωσε δύο ακόμη κρατούμενους μέσα σε μία ημέρα, γεγονός που οδήγησε στην επιβολή ισόβιας κάθειρξης χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης.
Από τότε, κάθε μετακίνησή του γίνεται υπό τη συνοδεία τεσσάρων δεσμοφυλάκων. Έχει περάσει δεκαετίες σε πλήρη απομόνωση, με μοναδική ουσιαστική επαφή την οικογένειά του. Μάλιστα, επιχείρησε ακόμη και νομική μάχη για το «δικαίωμα στον θάνατο», ζητώντας να του δοθεί κυάνιο, υποστηρίζοντας ότι η ζωή του υπό αυτές τις συνθήκες δεν έχει νόημα.
Παρά τη φήμη του, κάποιοι τον περιγράφουν διαφορετικά. Ψυχίατροι τον θεωρούν εξαιρετικά ευφυή και καλλιεργημένο, ενώ πρώην συγκρατούμενοι τον χαρακτηρίζουν ήσυχο και αδιάφορο. Ο ίδιος αγαπά το σκάκι, την ποίηση και την τέχνη, περνώντας τον χρόνο του διαβάζοντας.
Ο αδελφός του έχει δηλώσει ότι «είναι καλά εκεί που είναι», ενώ ο ίδιος είχε πει στο δικαστήριο ότι όταν σκοτώνει σκέφτεται τους γονείς του, υποστηρίζοντας πως αν τους είχε σκοτώσει νωρίτερα «κανείς άλλος δεν θα είχε πεθάνει». Ωστόσο, κάποιοι συγγενείς απορρίπτουν την επίδραση των παιδικών του χρόνων, επιμένοντας ότι έδρασε από επιλογή.
Το 2021 έχασε την έφεση για να περάσει τα Χριστούγεννα με άλλους κρατούμενους και οι αρχές έχουν ξεκαθαρίσει ότι θα παραμείνει φυλακισμένος μέχρι το τέλος της ζωής του. Η οικογένειά του προσπαθεί να συγκεντρώσει χρήματα για την έκδοση βιβλίου με τα γράμματά του από τη φυλακή, χωρίς ιδιαίτερη ανταπόκριση.
Ο Ρόμπερτ Μόντσλεϊ παραμένει μία από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές στη βρετανική εγκληματολογία: για κάποιους ένα τέρας, για άλλους μια χαμένη ευκαιρία ένας άνθρωπος παγιδευμένος για πάντα ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικές εικόνες.
Με πληροφορίες από τη Daily Mail