Αν κάποιος είχε στη διάθεσή του μια μηχανή του χρόνου, δύσκολα θα επέλεγε ως πρώτο προορισμό ένα χειρουργείο κρανίου των Ίνκας. Κι όμως, οι πιθανότητες επιβίωσης θα ήταν μεγαλύτερες εκεί απ’ ό,τι σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, τέσσερις αιώνες αργότερα. Το στοιχείο αυτό φωτίζει με εντυπωσιακό τρόπο το επίπεδο ιατρικής γνώσης ενός πολιτισμού που συχνά υποτιμάται σε σύγκριση με την ευρωπαϊκή επιστήμη.

Τόσο στο Περού του 15ου αιώνα όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες του 19ου αιώνα, οι χειρουργοί πραγματοποιούσαν κρανιοτρήσεις την αφαίρεση δηλαδή ενός τμήματος του κρανίου. Η πρακτική αυτή απαντά ήδη από τη Νεολιθική περίοδο και εφαρμοζόταν για ποικίλους λόγους, από τραυματισμούς μέχρι παθήσεις που σήμερα θα κρίνονταν αμφίβολες. Ωστόσο, οι Ίνκας ανέπτυξαν την τεχνική σε πρωτοφανή συχνότητα και με αξιοσημείωτη αποτελεσματικότητα.

Advertisement
Advertisement

Ο πολιτισμός των Ίνκας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία της τεχνολογίας, όχι μόνο για όσα κατόρθωσε να αναπτύξει, αλλά και για όσα δεν υιοθέτησε. Παρότι δεν διέθετε αλφάβητο, χρησιμοποιούσε το κίπου (ή κουίπου), ένα πολύπλοκο σύστημα καταγραφής πληροφοριών με κόμπους σε κορδόνια.

Αν και δεν γνώριζε τον τροχό ή τις μηχανές με τη σύγχρονη έννοια, είχε εξαιρετική λιθοδομία, εκτεταμένο οδικό δίκτυο, προηγμένα συστήματα διαχείρισης νερού, υψηλής ποιότητας υφάσματα και φυτικά αντισηπτικά κρίσιμο πλεονέκτημα για μια κοινωνία που πραγματοποιούσε συχνά επεμβάσεις στο κρανίο.

Την εξέλιξη της κρανιοτρήσης μελέτησαν ο νευρολόγος David Kushner και οι βιοαρχαιολόγοι John Verano και Anne Titelbaum, εξετάζοντας περισσότερα από 600 κρανία από το Περού, χρονολογημένα από το 400 π.Χ. έως τα μέσα του 16ου αιώνα.

Αυτό το άτυχο άτομο, που έζησε στο Περού μεταξύ 400 και 200 π.Χ., υπέστη κάταγμα του κρανίου (λευκό βέλος), το οποίο πιθανότατα αντιμετωπίστηκε με τρυπανισμό, αλλά πέθανε λιγότερο από δύο εβδομάδες αργότερα. D. Kushner κ.ά., World Neurosurgery 114, 245 (2018)

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Lizzie Wade στο περιοδικό Science, τα παλαιότερα δείγματα δείχνουν ποσοστό επιβίωσης περίπου 40%. Με την πάροδο των αιώνων, όμως, η τεχνική βελτιώθηκε θεαματικά: στην εποχή των Ίνκας, το ποσοστό επιβίωσης έφτανε το 75% έως 83%. Αντίθετα, στα στρατιωτικά νοσοκομεία του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, τα αντίστοιχα ποσοστά κυμαίνονταν μόλις μεταξύ 46% και 56%.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι ορισμένα κρανία φέρουν ίχνη έως και επτά επιτυχημένων κρανιοτρήσεων, γεγονός που υποδηλώνει όχι μόνο τεχνική επάρκεια, αλλά και μακροχρόνια επιβίωση των ασθενών. Αν και η κρανιοτρήση ως πρακτική ανήκει πλέον στο παρελθόν, οι βασικές αρχές της εξακολουθούν να επηρεάζουν τη σύγχρονη νευροχειρουργική.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: η ιατρική γνώση δεν ακολούθησε μια γραμμική πορεία προόδου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτή των Ίνκας, η αρχαιότητα αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική και ίσως πιο ανθρώπινη απ’ όσο θα περιμέναμε. Αν ποτέ χρειαστούμε νευροχειρουργό, ευτυχώς δεν θα χρειαστεί να ταξιδέψουμε πίσω στον χρόνο για να επωφεληθούμε από αυτές τις γνώσεις.