Το τελεσίγραφο 48 ωρών του Ντόναλντ Τραμπ προς το Ιράν για πλήρες άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ ανεβάζει δραματικά το θερμόμετρο στη Μέση Ανατολή, με την Τεχεράνη να δείχνει ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει εύκολα το ισχυρότερο διαπραγματευτικό της όπλο: τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας σε ένα από τα πιο κρίσιμα περάσματα ενέργειας στον κόσμο.
Η εικόνα που διαμορφώνεται από τη διεθνή κάλυψη και την ανάλυση που αναδημοσιεύθηκε από το protothema.gr, με αναφορά στο BBC, είναι σαφής: για την ιρανική ηγεσία, το Στενό του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα σημείο γεωπολιτικής πίεσης, αλλά το βασικό εργαλείο με το οποίο μπορεί να αυξήσει το κόστος για τις ΗΠΑ, τους συμμάχους τους και τις παγκόσμιες αγορές. Η Τεχεράνη έχει ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι δεν θα κλείσει απολύτως τη δίοδο, αλλά θα επιτρέπει, υπό όρους και συντονισμό με τις δικές της αρχές, τη διέλευση πλοίων που δεν συνδέονται με «εχθρικές» χώρες.
Αυτό ακριβώς είναι και το σημείο-κλειδί. Ενα πλήρες άνοιγμα των Στενών, όπως απαιτεί η Ουάσινγκτον, θα ισοδυναμούσε για το Ιράν με εγκατάλειψη του σημαντικότερου μοχλού πίεσης που διαθέτει αυτή τη στιγμή. Και γι’ αυτό το πιθανότερο σενάριο δεν είναι μια άμεση υποχώρηση, αλλά μια προσπάθεια ελεγχόμενης κλιμάκωσης: αρκετή ώστε να διατηρείται η πίεση, αλλά όχι τόσο ανεξέλεγκτη ώστε να προσφέρει εύκολο πρόσχημα για μαζικά αμερικανικά πλήγματα στις ενεργειακές και ηλεκτρικές υποδομές της χώρας.
Το πρόβλημα για όλο τον πλανήτη είναι ότι το Ορμούζ δεν είναι μια «τοπική» θαλάσσια λωρίδα. Σύμφωνα με την αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας, από το πέρασμα αυτό διακινείται περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης υγρών καυσίμων, ενώ μεγάλο είναι και το βάρος του στη μεταφορά LNG, ιδιαίτερα από το Κατάρ προς τις αγορές της Ασίας. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η διαταραχή στη ροή μέσω των Στενών έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια και γι’ αυτό, στις 11 Μαρτίου, τα κράτη-μέλη του αποφάσισαν την αποδέσμευση 400 εκατ. βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα, τη μεγαλύτερη τέτοια κίνηση στην ιστορία του οργανισμού.
Με άλλα λόγια, η σύγκρουση δεν αφορά μόνο το αν θα περάσουν πλοία από μια θαλάσσια δίοδο. Αφορά το αν ο πλανήτης θα βρεθεί μπροστά σε ένα νέο κύμα εκτίναξης τιμών στην ενέργεια, στο κόστος μεταφορών και τελικά στον πληθωρισμό. Ήδη, σύμφωνα με το Reuters, το Ιράν εμφανίζεται να επιτρέπει περιορισμένη διέλευση μόνο σε πλοία που δεν θεωρεί συνδεδεμένα με εχθρικά κράτη, ενώ οι ασφαλιστικοί κίνδυνοι και η στρατιωτική απειλή έχουν αποθαρρύνει μεγάλο μέρος της εμπορικής ναυσιπλοΐας.
Στο στρατηγικό επίπεδο, η Τεχεράνη μοιάζει να ποντάρει σε τρεις ταυτόχρονες γραμμές άμυνας. Πρώτον, στη διατήρηση αβεβαιότητας γύρω από το καθεστώς διέλευσης στα Στενά. Δεύτερον, στην απειλή αντιποίνων κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων στον Περσικό Κόλπο, αν οι ΗΠΑ περάσουν από τις απειλές στα χτυπήματα. Και τρίτον, στη διπλωματική κινητοποίηση τρίτων χωρών της περιοχής, ώστε να ασκήσουν πίεση στην Ουάσινγκτον υπέρ μιας αποκλιμάκωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, το Ομάν εμφανίζεται ξανά ως ένας από τους βασικούς διαμεσολαβητές, ενώ χώρες του Κόλπου κινούνται σε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον φόβο απέναντι στο Ιράν και στην αγωνία για την οικονομική τους σταθερότητα.
Το ερώτημα, βέβαια, είναι αν ο Τραμπ μπλοφάρει ή αν όντως είναι έτοιμος να πλήξει κρίσιμες ιρανικές υποδομές. Το Associated Press και το Reuters μετέδωσαν ότι η αμερικανική προειδοποίηση ήταν ωμή: είτε πλήρες άνοιγμα του Ορμούζ είτε χτυπήματα στις ενεργειακές και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Από την πλευρά της, η Τεχεράνη εμφανίζεται δημόσια αμετακίνητη, επιμένοντας ότι η ναυσιπλοΐα μπορεί να συνεχιστεί μόνο υπό δικούς της όρους. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο λάθους υπολογισμού, ειδικά σε μια συγκυρία όπου η στρατιωτική και πολιτική ένταση στην περιοχή έχει ήδη ξεπεράσει το επίπεδο μιας συμβολικής αντιπαράθεσης.
Την ίδια ώρα, οι χώρες του Κόλπου προσπαθούν να περιορίσουν τη ζημιά. Το Reuters έχει καταγράψει ότι Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επιχειρούν να διοχετεύσουν περισσότερο πετρέλαιο μέσω εναλλακτικών χερσαίων αγωγών, ακριβώς επειδή οι δυνατότητες παράκαμψης του Ορμούζ είναι περιορισμένες αλλά όχι ανύπαρκτες. Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι εναλλακτικές δεν αρκούν για να αντικαταστήσουν πλήρως τον όγκο που συνήθως διακινείται από το στενό.
Το μεγάλο συμπέρασμα είναι ότι το Ιράν δύσκολα θα απαντήσει με μια καθαρή «ναι ή όχι» στο τελεσίγραφο. Πιθανότερο είναι να συνεχίσει μια τακτική γκρίζας ζώνης: να μη δώσει στις ΗΠΑ το πολιτικό εύκολο άλλοθι για γενικευμένο χτύπημα, αλλά και να μη χάσει την ισχύ που του δίνει ο έλεγχος του Ορμούζ. Αυτό, όμως, είναι ακριβώς το σενάριο που παρατείνει την αστάθεια, κρατά τις αγορές σε συναγερμό και μετατρέπει κάθε επόμενη κίνηση σε πιθανό πυροκροτητή γενικευμένης ανάφλεξης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν είναι απλώς ακόμη ένα επεισόδιο στην αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ιράν. Είναι η δοκιμασία που θα δείξει αν η Μέση Ανατολή οδεύει προς ελεγχόμενη αποκλιμάκωση ή προς μια νέα φάση σύγκρουσης με άμεσες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, στην ενεργειακή ασφάλεια και στη γεωπολιτική σταθερότητα πολύ πέρα από την περιοχή.