Μια εξέλιξη με βαρύ πολιτικό αποτύπωμα καταγράφηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, καθώς ο Νίκος Χριστοδουλίδης έθεσε ευθέως το θέμα των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο, περιγράφοντας στους Ευρωπαίους ηγέτες ότι η περιφερειακή ανάφλεξη δεν είναι για τη Λευκωσία μια μακρινή κρίση, αλλά μια άμεση απειλή που αγγίζει την καθημερινότητα και την ασφάλεια των πολιτών.

Ο Κύπριος Πρόεδρος, σύμφωνα με τις πληροφορίες που μεταδόθηκαν από το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων και δημοσιεύθηκαν το πρωί της 20ής Μαρτίου, ενημέρωσε τους ηγέτες της ΕΕ ότι οι κάτοικοι γύρω από τις βρετανικές βάσεις βιώνουν εδώ και εβδομάδες συνθήκες διαρκούς ανησυχίας, με σειρήνες και προειδοποιητικά μηνύματα να γίνονται μέρος της καθημερινότητάς τους. Μάλιστα, την ώρα της παρέμβασής του για τη Μέση Ανατολή, έλαβε μήνυμα στο κινητό του για συναγερμό στις Βρετανικές Βάσεις στο Ακρωτήρι, στοιχείο που υπογράμμισε ακόμη πιο έντονα τον επείγοντα χαρακτήρα του ζητήματος.

Advertisement
Advertisement

Η πιο ηχηρή πλευρά της παρέμβασής του, ωστόσο, ήταν πολιτική. Ο Χριστοδουλίδης ανέφερε πως, μετά το τέλος του πολέμου στην περιοχή, θα πρέπει να ανοίξει συζήτηση με τη βρετανική κυβέρνηση για το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο. Πρόκειται για μια τοποθέτηση που ξεπερνά τη διαχείριση της συγκυρίας και αγγίζει τον πυρήνα ενός ζητήματος με ιστορικό, κυριαρχικό και γεωπολιτικό βάθος για τη Λευκωσία.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Κύπριος Πρόεδρος επανέφερε και το Κυπριακό στο ευρωπαϊκό τραπέζι, κατά το γεύμα εργασίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στο οποίο συμμετείχε και ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες. Η κυπριακή πλευρά υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει τα εργαλεία για να αναδείξει προς την Τουρκία τα οφέλη μιας λύσης και να συμβάλει ουσιαστικά σε πρόοδο στο Κυπριακό πριν από την ολοκλήρωση της θητείας του Γκουτέρες.

Παράλληλα, από τη Λευκωσία έγινε αναφορά και σε θετική ανταπόκριση κρατών-μελών απέναντι στην Κύπρο για την κρίση που σχετίζεται με τις βάσεις, με την κυπριακή κυβέρνηση να συνδέει αυτή τη στάση με μια έμμεση ενεργοποίηση του άρθρου 42.7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής. Στήριξη προς την Κύπρο φέρονται να εξέφρασαν, μεταξύ άλλων, η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ισπανία, η Γερμανία, η Ιρλανδία, η Ολλανδία και η Ιταλία, ενώ και η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ Κάγια Κάλας αναφέρθηκε στο περιστατικό των βάσεων με πνεύμα αλληλεγγύης προς τη Λευκωσία.

Για την Κύπρο, η παρέμβαση αυτή δεν είναι απλώς ακόμη μία διπλωματική καταγραφή. Είναι μια σαφής προσπάθεια να ειπωθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο ότι το νησί δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως παθητικός παρατηρητής των εξελίξεων στην περιοχή, όταν η γεωγραφία, οι στρατιωτικές υποδομές και οι διεθνείς συσχετισμοί το φέρνουν στο επίκεντρο των κινδύνων. Και ίσως γι’ αυτό η συγκεκριμένη κίνηση καταγράφεται ήδη ως μια από τις πιο ευθείες και πολιτικά φορτισμένες τοποθετήσεις της Λευκωσίας τα τελευταία χρόνια.