Στους σύγχρονους πολέμους, το αόρατο συχνά αποδεικνύεται πιο καθοριστικό από το ορατό. Και στη σύγκρουση που εξελίσσεται γύρω από το Ιράν, οι μυστικές υπηρεσίες φαίνεται πως κινούνται όχι απλώς στο παρασκήνιο, αλλά στην πρώτη γραμμή. Το δημοσίευμα της Wall Street Journal, όπως αναπαράγεται και από διεθνή μέσα, περιγράφει μια επιχείρηση ψυχολογικής πίεσης της Μοσάντ σε Ιρανούς στρατιωτικούς και στελέχη ασφαλείας, με απειλές, εκβιαστικά μηνύματα και στόχο τη διάβρωση του εσωτερικού μηχανισμού του ιρανικού καθεστώτος. Την ίδια ώρα, το όνομα της CIA επιστρέφει στη συζήτηση, όχι απαραίτητα με ορατό επιχειρησιακό αποτύπωμα, αλλά ως μέρος της μακράς αμερικανικής εμπλοκής στο ιρανικό πεδίο.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των τελευταίων αποκαλύψεων είναι ότι η μυστική δράση δεν περιορίζεται πλέον στη συλλογή πληροφοριών ή σε επιχειρήσεις δολιοφθοράς. Σύμφωνα με το υλικό που επικαλείται η Wall Street Journal και αναμεταδίδεται από τους Times of Israel, πράκτορες της Μοσάντ φέρονται να επικοινώνησαν απευθείας με Ιρανούς αξιωματούχους, μεταφέροντας το μήνυμα ότι «ξέρουμε τα πάντα για σένα» και ότι βρίσκονται σε «μαύρη λίστα». Ο στόχος δεν είναι μόνο η εξόντωση ή η αποδυνάμωση προσώπων-κλειδιών, αλλά και η καλλιέργεια φόβου, δυσπιστίας και παράλυσης μέσα στον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό του Ιράν. Πρόκειται για κλασική επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου, όπου το μήνυμα αξίζει σχεδόν όσο και το πλήγμα.
Η εικόνα αυτή συμπληρώνεται από το Reuters, το οποίο μετέδωσε στις 13 Μαρτίου ότι το Ισραήλ στόχευσε ιρανικά σημεία ελέγχου των Φρουρών της Επανάστασης έπειτα από πληροφορίες που έδωσαν informants στο έδαφος, ενώ σημείωσε ρητά ότι η πρώτη σχετική αναφορά είχε γίνει από τη Wall Street Journal. Αυτό δείχνει ότι η μάχη δεν διεξάγεται μόνο από αέρος ή με πυραύλους, αλλά και μέσω δικτύων συλλογής πληροφοριών, τοπικών επαφών και διείσδυσης σε κρίσιμες δομές ασφαλείας. Με άλλα λόγια, η μυστική υπηρεσία δεν ακολουθεί τον πόλεμο. Τον προετοιμάζει και τον καθοδηγεί.
Η Μοσάντ, άλλωστε, έχει χτίσει εδώ και δεκαετίες τη φήμη μιας υπηρεσίας που δρα επιθετικά, διασυνοριακά και με υψηλό βαθμό επιχειρησιακής αυτονομίας. Στην περίπτωση του Ιράν, αυτό το προφίλ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, επειδή η αντιπαράθεση Τελ Αβίβ–Τεχεράνης δεν είναι καινούργια. Είναι ένας μακρύς «σκιώδης πόλεμος» που έχει περάσει από φάσεις σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεων, στοχευμένων δολοφονιών και επιχειρήσεων παραπλάνησης. Το νέο στοιχείο, όμως, είναι η κλιμάκωση: η μυστική δράση δείχνει πλέον να ενσωματώνεται σε μια ευρύτερη στρατηγική αποσταθεροποίησης του εσωτερικού κατασταλτικού μηχανισμού του Ιράν.
Σε αυτό το σημείο μπαίνει αναπόφευκτα στη συζήτηση και η CIA. Δεν υπάρχουν δημόσια, τεκμηριωμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η CIA έχει τον ίδιο άμεσο και ορατό ρόλο με τη Μοσάντ στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις ψυχολογικού πολέμου που περιγράφονται τώρα. Υπάρχει όμως το ιστορικό βάθος της αμερικανικής εμπλοκής στο Ιράν, που κάνει αδύνατο να διαβαστεί η σημερινή σύγκρουση χωρίς το αμερικανικό αποτύπωμα. Η Britannica υπενθυμίζει ότι το πραξικόπημα του 1953 κατά του Μοχάμεντ Μοσαντέκ χρηματοδοτήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο, αποκαθιστώντας τον Σάχη στην εξουσία. Στη συλλογική μνήμη της Τεχεράνης, αυτή είναι η ιδρυτική πράξη της δυτικής μυστικής ανάμειξης στην ιρανική πολιτική ζωή.
Ακριβώς γι’ αυτό, κάθε σημερινή αναφορά στη CIA έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία, παραπέμπει στον παραδοσιακό αμερικανικό ρόλο στην περιοχή και στη στρατηγική σύμπλευση με το Ισραήλ. Από την άλλη, θυμίζει ότι η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών δεν είναι παντοδύναμη στο ιρανικό πεδίο. Έρευνα του Reuters το 2022 αποκάλυψε ότι η CIA είχε εκτεθεί σοβαρά στο Ιράν λόγω προβληματικών μεθόδων επικοινωνίας με πηγές, με αποτέλεσμα να εντοπιστούν και να συλληφθούν informants. Το ρεπορτάζ αυτό υπογράμμιζε ότι η CIA θεωρεί το Ιράν έναν από τους δυσκολότερους στόχους της, ιδίως μετά το 1979, όταν οι ΗΠΑ έχασαν τη διπλωματική τους παρουσία στην Τεχεράνη. Άρα, η συζήτηση για τη CIA δεν αφορά μόνο ισχύ και διείσδυση, αλλά και τα όρια, τα ρίσκα και τις αποτυχίες της αμερικανικής κατασκοπείας.
Αυτό κάνει ακόμη πιο κρίσιμο τον ρόλο της Μοσάντ στο σημερινό σκηνικό. Εκεί όπου η αμερικανική υπηρεσία συναντά δομικούς περιορισμούς, η ισραηλινή εμφανίζεται πιο ευέλικτη, πιο διεισδυτική και πιο πρόθυμη να αναλάβει επιχειρήσεις υψηλού πολιτικού ρίσκου. Το δημοσίευμα για τις απειλητικές κλήσεις σε Ιρανούς αξιωματούχους δείχνει μια επιχείρηση που δεν στοχεύει απλώς στην άντληση πληροφορίας, αλλά στη διάλυση της εμπιστοσύνης στο εσωτερικό του καθεστώτος: ποιος παρακολουθείται, ποιος μιλάει, ποιος μπορεί να είναι ήδη στρατολογημένος ή υπό φόβο. Σε τέτοιες συνθήκες, η παράνοια γίνεται όπλο.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία του «αποκαλυπτικού» στοιχείου. Οι μυστικές υπηρεσίες δεν λειτουργούν πια μόνο ως βοηθητικό εργαλείο του κράτους. Μετατρέπονται σε μηχανισμό άσκησης στρατηγικής πίεσης με πολιτικό στόχο: όχι απλώς να πληγεί ο αντίπαλος στρατιωτικά, αλλά να τρωθεί η συνοχή του, να ενισχυθεί η ανασφάλεια στο εσωτερικό του και, ει δυνατόν, να δημιουργηθούν προϋποθέσεις εσωτερικής αποσταθεροποίησης. Το Reuters σημείωσε ότι το Ισραήλ δηλώνει ως στόχο του όχι μόνο την καταστροφή στρατιωτικών και πυρηνικών δυνατοτήτων του Ιράν, αλλά και τη δημιουργία συνθηκών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανατροπή της κυβέρνησης, έστω κι αν αυτό παραμένει αβέβαιο.
Το ερώτημα, βέβαια, είναι αν αυτή η στρατηγική μπορεί να αποδώσει. Η ιστορία δείχνει ότι οι επιχειρήσεις μυστικών υπηρεσιών μπορούν να αποσταθεροποιήσουν, να παραλύσουν, να καθυστερήσουν ή να αποσυντονίσουν έναν αντίπαλο. Σπάνια, όμως, αρκούν από μόνες τους για να ρίξουν ένα καθεστώς. Επιπλέον, όσο εντείνεται η μυστική δράση, τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος αντιποίνων, εσωτερικών εκκαθαρίσεων και σκληρότερης καταστολής. Ήδη το Reuters μετέδωσε ότι το Ιράν εκτέλεσε άνδρα που κατηγορήθηκε για κατασκοπεία υπέρ του Ισραήλ, σε μια ένδειξη ότι η Τεχεράνη απαντά και στο αόρατο μέτωπο με τη δική της ωμή λογική.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: πίσω από τον πόλεμο που βλέπουμε, υπάρχει ένας δεύτερος πόλεμος που δεν φαίνεται εύκολα στην οθόνη. Ένας πόλεμος τηλεφωνικών απειλών, δικτύων πληροφοριοδοτών, ψυχολογικών επιχειρήσεων, ιστορικών τραυμάτων και διαρκούς κατασκοπευτικής φθοράς. Η Μοσάντ μοιάζει να κρατά σήμερα τον πιο επιθετικό ρόλο σε αυτό το σκοτεινό πεδίο. Η CIA παραμένει, είτε ως στρατηγικός εταίρος είτε ως βαριά ιστορική σκιά, αναπόσπαστο μέρος της εικόνας. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο: ότι σε αυτή τη σύγκρουση, το αθέατο δεν είναι συμπλήρωμα του πολέμου. Είναι ο πυρήνας του.