Η μαρτυρία μιας 12χρονης στο δικαστήριο του Γουόρικσαϊρ δεν είναι απλώς ακόμη μία ποινική υπόθεση που απασχολεί τα βρετανικά μέσα. Είναι μια ωμή υπενθύμιση ότι η παιδική ηλικία μπορεί να διακοπεί βίαια μέσα σε λίγα λεπτά και ότι η Δικαιοσύνη συχνά καλείται να λειτουργήσει ως ο τελευταίος θεσμός προστασίας, όταν όλα τα υπόλοιπα έχουν αποτύχει.
Οι λέξεις της ανήλικης – «νόμιζα ότι θα πεθάνω» – δεν ακούγονται μόνο ως περιγραφή ενός εγκλήματος. Ακούγονται ως κραυγή φόβου, ως μαρτυρία μιας εμπειρίας που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να βιώσει.
Σε τέτοιες υποθέσεις, το δικαστήριο δεν εξετάζει μόνο αποδεικτικά στοιχεία, DNA ή βίντεο από κάμερες ασφαλείας. Εξετάζει και κάτι πολύ πιο δύσκολο: το πώς μια κοινωνία αφήνει ένα παιδί εκτεθειμένο σε κίνδυνο.
Λεπτομέρειες σοκ ακούστηκαν στο δικαστήριο του Γουόρικ στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου δύο νεαροί Αφγανοί μετανάστες κατηγορούνται πώς βιάσαν και κακοποίησαν σεξουαλικά μια 12χρονη μαθήτρια. Τόπος του εγκλήματος η παιδική χαρά στη Νουνίτον της κομητείας Γουόρικσαϊρ. Στο δικαστήριο προβλήθηκαν και,ακούστηκαν φρικιαστικά πράγματα. Υλικό από κάμερες ασφαλείας και καταθέσεις που περιγράφουν με λεπτομέρεια τα όσα φέρονται να συνέβησαν τον Ιούλιο του περασμένου έτους.
Ο ένας κατηγορούμενος ο 23χρονος Αχμάντ Μουλαχίλ ο οποίος σύμφωνα με την κατάθεση της 12χρονης κατηγορείται ότι γέλαγε ενώ τη βίαζε και τραβούσε φωτογραφίες της.
Ο συγκατηγορούμενός του είναι ο 24χρονος Μοχάμαντ Καμπίρ. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι δύο άνδρες εντόπισαν τη μαθήτρια σε παιδική χαρά και τη στοχοποίησαν. Ο Καμπίρ φέρεται να επιχείρησε να τη στραγγαλίσει, πριν εκείνη βιαστεί επανειλημμένα από τον Μουλαχίλ, ο οποίος κατέγραψε την επίθεση με φωτογραφίες.
Η βία κατά των ανηλίκων και το θεσμικό κενό
Η υπόθεση έρχεται σε μια περίοδο όπου η Βρετανία – όπως και πολλές ευρωπαϊκές χώρες – προσπαθεί να αντιμετωπίσει ένα ανησυχητικό φαινόμενο: την αύξηση των περιστατικών σεξουαλικής βίας σε δημόσιους χώρους και την αδυναμία πρόληψης.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι συνέβη», αλλά και:
Πώς βρέθηκε ένα 12χρονο παιδί σε τέτοια θέση κινδύνου;
Πού ήταν οι μηχανισμοί προστασίας;
Πόσο εύκολα μπορεί ένας ανήλικος να γίνει στόχος;
Η συζήτηση ξεπερνά το ποινικό σκέλος και αγγίζει το κοινωνικό.
Οι δικαιολογίες των κατηγορουμένων και η επικίνδυνη ρητορική
Στη δίκη, οι κατηγορούμενοι φέρονται να υποστηρίζουν ότι πίστευαν πως το κορίτσι ήταν ενήλικο ή ότι υπήρξε συναίνεση.
Όμως τέτοιες γραμμές υπεράσπισης δεν είναι απλώς νομικά επιχειρήματα. Είναι μέρος μιας ευρύτερης κουλτούρας που επιχειρεί να θολώσει τα όρια, να μεταφέρει την ευθύνη στο θύμα, να δημιουργήσει «γκρίζες ζώνες» εκεί που δεν υπάρχουν.
Στην περίπτωση ενός παιδιού, η συναίνεση δεν αποτελεί καν ζήτημα προς συζήτηση.
Η κοινωνία απέναντι σε μια τραυματική πραγματικότητα
Υποθέσεις σαν αυτή δεν σοκάρουν μόνο για τη βιαιότητά τους, αλλά και γιατί αναγκάζουν μια κοινωνία να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Η δημόσια συζήτηση στη Βρετανία επανέρχεται ξανά στα ίδια ερωτήματα: Είναι οι δρόμοι ασφαλείς για τα παιδιά; Υπάρχουν επαρκείς δομές πρόληψης; Πώς εκπαιδεύονται οι ανήλικοι ώστε να αναγνωρίζουν τον κίνδυνο; Και κυρίως: πώς αποδίδεται δικαιοσύνη χωρίς να αναπαράγεται το τραύμα;
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η καταδίκη – είναι η προστασία
Η Δικαιοσύνη οφείλει να αποδώσει ευθύνες, αλλά η κοινωνία οφείλει να αποτρέψει το επόμενο περιστατικό. Γιατί κάθε φορά που ένα παιδί ανεβαίνει στο βήμα του μάρτυρα για να περιγράψει το αδιανόητο, κάτι έχει ήδη χαθεί: η αθωότητα, η ασφάλεια, η εμπιστοσύνη στον κόσμο των ενηλίκων. Και αυτό είναι το πιο βαρύ κατηγορητήριο απ’ όλα.