Επανειλημμένα τις τελευταίες δύο ημέρες, ο Πρόεδρος Τραμπ επανήλθε στο βασικό του επιχείρημα για την απόφασή του να επιτεθεί στο Ιράν αυτή τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Η Τεχεράνη βρισκόταν στα πρόθυρα της απόκτησης πυρηνικών όπλων, επιμένει ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, και θα το χρησιμοποιούσε πρώτα εναντίον του Ισραήλ και στη συνέχεια εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Θα το χρησιμοποιούσαν μέσα σε μία ώρα ή μία μέρα», δήλωσε ο κ. Τραμπ τη Δευτέρα.
Στην πραγματικότητα, ακούγοντας τον Τραμπ τις τελευταίες ημέρες, αποκομίζει κανείς την εντύπωση ότι ο πρόεδρος συζητά αν θα διατάξει την μεγαλύτερη αποστολή όλων εποχών στο Ιράν: να καταλάβει ή να καταστρέψει το πυρηνικό υλικό, σχεδόν κατάλληλο για την κατασκευή βόμβας, το οποίο πιστεύεται ότι είναι αποθηκευμένο σε μεγάλο βαθμό βαθιά κάτω από ένα βουνό στο Ισφαχάν, αναφέρουν σε δημοσίευμά τους οι New York Times.
«Θα ήταν, από κάθε άποψη, μία από τις τολμηρότερες και επικινδυνότερες στρατιωτικές επιχειρήσεις στη σύγχρονη αμερικανική ιστορία, πολύ πιο περίπλοκη και επικίνδυνη από την επιχείρηση εξόντωσης του Οσάμα Μπιν Λάντεν το 2011 ή τη σύλληψη του Νικολά Μαδούρο από το κρεβάτι του στις αρχές Ιανουαρίου. Κανείς δεν είναι σίγουρος πού βρίσκεται όλο το καύσιμο. Εάν τα δοχεία που το περιέχουν τρυπηθούν, το αέριο που θα διαφύγει θα είναι τόσο τοξικό όσο και ραδιενεργό. Εάν τα δοχεία βρεθούν πολύ κοντά το ένα στο άλλο, υπάρχει ο κίνδυνος μια τάχιστης πυρηνικής αντίδρασης.
Όπως ανέφερε πριν από μερικές εβδομάδες στο Κογκρέσο ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών του, Μάρκο Ρούμπιο, πρόκειται για μια επιχείρηση που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο αν δοθεί εντολή σε ενα σώμα από κομάντος να «εισβάλει και να το πάρει». Ο Τραμπ δήλωσε στους δημοσιογράφους την Τρίτη ότι οι χερσαίες επιχειρήσεις δεν τον προβληματίζουν. «Πραγματικά δεν το φοβάμαι αυτό», είπε στους δημοσιογράφους. «Πραγματικά δεν φοβάμαι τίποτα.»
Ο Τραμπ εξετάζει προφανώς το ενδεχόμενο της επιχείρησης, για την οποία πριν από μερικές εβδομάδες είχε δηλώσει ότι θα την διέταζε μόνο αν ο ιρανικός στρατός ήταν «τόσο αποδεκατισμένος ώστε να μην είναι σε θέση να πολεμήσει στο έδαφος». Τη Δευτέρα, απάντησε απότομα σε έναν δημοσιογράφο που τον ρώτησε αν είναι πλέον έτοιμος, λέγοντας: «Αν κάποιος πρόεδρος απαντούσε σε τέτοιες ερωτήσεις, δεν θα έπρεπε να είναι πρόεδρος».
Όμως είναι ο ίδιος ο κ. Τραμπ που συνεχίζει να αναρωτιέται για το ενδεχόμενο να τερματισεί τον πόλεμο πριν επιλυθεί το πρόβλημα. Ο Μάθιου Μπαν, ειδικός σε θέματα πυρηνικής ενέργειας στο Χάρβαρντ, επισήμανε ότι αν ο κ. Τραμπ σταματούσε τώρα, «θα άφηνε πίσω ένα καθεστώς αποδυναμωμένο αλλά πικραμένο, πιθανώς πιο αποφασισμένο από ποτέ να κατασκευάσει πυρηνική βόμβα — και που θα εξακολουθούσε να διαθέτει τα υλικά και μεγάλο μέρος της τεχνογνωσίας και του εξοπλισμού που απαιτούνται για τον σκοπό αυτό».
Έτσι, ένας πρόεδρος που δεν έκανε σχεδόν τίποτα για να προετοιμάσει το αμερικανικό κοινό για την επίθεση κατά του Ιράν, φαίνεται τώρα να εκδίδει καθημερινές προειδοποιήσεις, σε περίπτωση που αποφασίσει να καταλάβει τα τεράστια αποθέματα πυρηνικών του Ιράν.
Καθώς επανέρχεται συνεχώς στο θέμα της πυρηνικής απειλής, ο Τραμπ υπερβάλλει όσον αφορά το πόσο γρήγορα το υλικό που είναι αποθηκευμένο υπόγεια μπορεί να μετατραπεί σε όπλο, δηλώνοντας στους δημοσιογράφους στο Οβάλ Γραφείο την Τρίτη ότι το Ιράν βρισκόταν «σε απόσταση ενός μήνα» από το να κατασκευάσει πυρηνικό όπλο πριν βομβαρδίσει τρεις πυρηνικές εγκαταστάσεις τον Ιούνιο του 2025. (Οι ειδικοί σημειώνουν ότι, ενώ το Ιράν θα μπορούσε όντως να εμπλουτίσει αυτό το καύσιμο σε βαθμό για βόμβα μέσα σε ένα μήνα, θα χρειαζόταν μήνες, ίσως και ένα χρόνο, για να κατασκευάσει ένα πρωτόγονο πυρηνικό όπλο.).
Ελάχιστος ο κίνδυνος
Στην πραγματικότητα, πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στις 28 Φεβρουαρίου με τη συνδυασμένη επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ, οι περισσότεροι αξιωματούχοι των μυστικών υπηρεσιών δήλωναν ότι δεν έβλεπαν άμεσο κίνδυνο το Ιράν να επιταχύνει τις προσπάθειές του για την κατασκευή πυρηνικής βόμβας. Αυτό επιβεβαιώθηκε την Τρίτη με την παραίτηση του Τζο Κεντ, διευθυντή του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας, ο οποίος υποστήριξε σε επιστολή όπου εξηγούσε την απόφασή του να παραιτηθεί ότι «το Ιράν δεν αποτελούσε άμεση απειλή για τη χώρα μας».
Αμερικανικοί δορυφόροι και άλλος εξοπλισμός συλλογής πληροφοριών παρακολουθούσαν τις κύριες εγκαταστάσεις αποθήκευσης πυρηνικού υλικού της χώρας, και αξιωματούχοι δήλωσαν ότι ήταν βέβαιοι ότι θα εντόπιζαν ενδείξεις αν οι Ιρανοί προσπαθούσαν να ανακτήσουν το καύσιμο από τα βαθιά υπόγεια τούνελ και να προχωρήσουν γρήγορα στην κατασκευή βόμβας.
Τώρα, όμως, η κατάσταση έχει αλλάξει. Μετά από 18 ημέρες βομβαρδισμών από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, που εξουδετέρωσαν μεγάλο μέρος της συμβατικής πυραυλικής ικανότητας της Τεχεράνης, το πυρηνικό υλικό αποτελεί μία από τις τελευταίες γραμμές άμυνας του Ιράν.
«Κατά την άποψή τους, το χρειάζονται περισσότερο από ποτέ», δήλωσε την Τρίτη ο Τζορτζ Πέρκοβιτς, ανώτερος ερευνητής στο Ίδρυμα Κάρνεγκι για τη Διεθνή Ειρήνη. «Και πιθανότατα ήταν έτοιμοι να το προστατεύσουν». «Οι Ιρανοί καταλαβαίνουν ότι το Ισραήλ και οι ΗΠΑ θέλουν να καταστρέψουν αυτό το υλικό ή να το απομακρύνουν», προσθέτει ο Πέρκοβιτς. «Ετσι, πιθανώς να υπάρχουν πολλά δοχεία-δολώματα. Επομένως, αν και όποτε οι Ειδικές Δυνάμεις κατέβουν εκεί, αντί για καμία εικοσαριά κιβώτια, μπορεί να βρουν εκατοντάδες ή χιλιάδες. (Οι Ιρανοί) θα κάνουν πολλά πράγματα για να ταλαιπωρήσουν όποιον προσπαθήσει να τα αποκτήσει».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες σχεδιάζουν τέτοιου είδους επιχειρήσεις εδώ και χρόνια, από τότε που δημιούργησαν μονάδες ειδικών δυνάμεων για θέματα πυρηνικής ενέργειας, οι οποίες εξασκούνται στην απενεργοποίηση όπλων, στην ανατίναξη φυγοκεντρικών μηχανών και στη διαχείριση πυρηνικού υλικού.
Οι επιχειρήσεις αυτές καλύπτονται από άκρα μυστικότητα. Επομένως, ακόμη και βασικά ερωτήματα –συμπεριλαμβανομένου του εάν οι Αμερικανού θα ανατινάξουν τα δοχεία με πυρηνικό υλικό ή θα προσπαθήσουν να τα απομακρύνουν από τη χώρα– δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν δημόσια.
Ομοίως, δεν είναι σαφές αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιχειρούσαν μια μυστική και μινιμαλιστική επέμβαση, όπως αυτή για τη σύλληψη του Μπιν Λάντεν, ή αν ο Τραμπ θα διέταζε μια μεγάλη εισροή χερσαίων στρατευμάτων και αεροπορικής κάλυψης. Και το πιο πιθανό σενάριο είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να ελέγξουν διάφορες τοποθεσίες για το υλικό.
«Αν και ένα τμήμα του βρίσκεται στο Ισφαχάν, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι δεν είναι όλο εκεί», υποστηρίζει ο Μάθιου Μπαν. Κάποιο υλικό μπορεί να βρίσκεται σε σήραγγες, σε τοποθεσία που ατύπως αποκαλείται «Ορος Pickaxe». Αλλη ποσότητα των πυρηνικών μπορεί να βρίσκεται στις κατεστραμμένες εγκαταστάσεις εμπλουτισμού στο Φορντό και στη Νατάνζ.
Πιθανή η επανεξέταση της ιρανικής πρότασης Αραγτσί ακριβώς πριν την επίθεση
Οι επιπλοκές είναι τόσο μεγάλες που ενδέχεται να οδηγήσουν την κυβέρνηση Τραμπ να επανεξετάσει την πρόταση που ο Αμπάς Αραγτσί, υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, έθεσε επί τάπητος τον περασμένο μήνα, λίγες μέρες πριν από την επίθεση. Το Ιράν, όπως είπε, ήταν πρόθυμο να μετατρέψει όλο το πυρηνικό υλικό που έχει στην κατοχή του σε επίπεδο κατάλληλο για χρήση σε πυρηνικούς αντιδραστήρες, υπό την εποπτεία του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας. Ωστόσο, δεν θα επέτρεπε στο υλικό να βγει από τη χώρα· θα έπρεπε να παραμείνει στο Ιράν, υπό επιτήρηση.
Οι δύο Αμερικανοί διαπραγματευτές, ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του προέδρου, και ο Στιβ Γουίτκοφ, ειδικός απεσταλμένος του, απέρριψαν την ιδέα, λέγοντας ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να επιρτρέψουν στο Ιράν αποθέματα πυρηνικού καυσίμου. Προσέφεραν μια εναλλακτική λύση: οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προμήθευαν το Ιράν με χαμηλού εμπλουτισμού ουράνιο, κατάλληλο για πυρηνικούς αντιδραστήρες, για πάντα και δωρεάν, σύμφωνα με δύο άτομα που είναι εξοικειωμένα με τις διαπραγματεύσεις. Ο Αραγτσί όμως απέρριψε την ιδέα. Υπήρχαν συζητήσεις για μια άλλη συνάντηση, αλλά ματαιώθηκαν από την πρωινή αμερικανο-ισραηλινή επίθεση στις 28 Φεβρουαρίου.
Ομως κάποια στιγμή όλοι οι πόλεμοι τελειώνουν. Και σε οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση για κατάπαυση του πυρός μπορεί να υπάρξει μια ακόμη ευκαιρία να συζητηθεί η τύχη του πυρηνικού υλικού του Ιράν.
Η αμερικανική πρόσβαση στο καύσιμο και πιθανώς η απομάκρυνσή του ή ο υποβιβασμός του σε απλό καύσιμο μπορούν να αποτελέσουν μέρος της συμφωνίας.
Ωστόσο, προς το παρόν δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι βρίσκεται σε εξέλιξη διαπραγμάτευση για κάποια λύση, καταλήγουν οι NYT.