Η φράση «Χάρτινος Πύργος» (House of Cards) είναι μια ωραία αγγλική έκφραση, που σήμερα οι περισσότεροι τη συνδέουν με τη γνωστή πολιτική σειρά του Netflix. Η αρχική της σημασία όμως περιγράφει ένα σύστημα που είναι από τη φύση του ασταθές και μπορεί εύκολα να καταρρεύσει. Ακριβώς έτσι χαρακτήρισε το σημερινό σύστημα δορυφορικών «μεγα-σμηνών» η Σάρα Θίλε, πρώην υποψήφια διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας και νυν ερευνήτρια στο Πρίνστον, σε νέα επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε στο arXiv.
Και ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι υπερβολικός. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ομάδας, σε όλες τις μεγάλες συστοιχίες δορυφόρων χαμηλής τροχιάς (LEO), μια «επικίνδυνη προσέγγιση» —δηλαδή δύο δορυφόροι να περνούν σε απόσταση μικρότερη του 1 χιλιομέτρου— συμβαίνει κάθε 22 δευτερόλεπτα. Μόνο για το Starlink, αυτό συμβαίνει περίπου κάθε 11 λεπτά. Επιπλέον, κατά μέσο όρο, κάθε δορυφόρος του Starlink χρειάζεται να εκτελεί 41 ελιγμούς τον χρόνο για να αποφύγει συγκρούσεις με άλλα αντικείμενα.
Αν και αυτό μπορεί να ακούγεται σαν ένα καλά οργανωμένο και λειτουργικό σύστημα, οι μηχανικοί γνωρίζουν καλά ότι τα περισσότερα προβλήματα προκύπτουν από τις λεγόμενες «ακραίες περιπτώσεις» — καταστάσεις που δεν συμβαίνουν συχνά. Μία τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι οι ηλιακές καταιγίδες.
Οι ηλιακές καταιγίδες επηρεάζουν τους δορυφόρους με δύο βασικούς τρόπους. Πρώτον, θερμαίνουν την ατμόσφαιρα, αυξάνοντας την αντίσταση που δέχονται οι δορυφόροι και δημιουργώντας αβεβαιότητα στη θέση τους. Αυτό τους αναγκάζει να καταναλώνουν περισσότερο καύσιμο για να διατηρούν την τροχιά τους ή να κάνουν ελιγμούς αποφυγής. Κατά τη διάρκεια της «Καταιγίδας Γκάνον» τον Μάιο του 2024, πάνω από τους μισούς δορυφόρους σε χαμηλή τροχιά χρειάστηκε να καταναλώσουν καύσιμα για τέτοιους ελιγμούς.
Ο δεύτερος και πιο επικίνδυνος τρόπος είναι ότι οι ηλιακές καταιγίδες μπορούν να καταστρέψουν τα συστήματα πλοήγησης και επικοινωνίας των δορυφόρων. Σε αυτή την περίπτωση, οι δορυφόροι δεν μπορούν να αποφύγουν συγκρούσεις. Σε συνδυασμό με την αυξημένη αντίσταση και την αβεβαιότητα στην τροχιά τους, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε άμεση καταστροφή.
Το πιο γνωστό σενάριο μιας τέτοιας καταστροφής είναι το «Σύνδρομο Κέσλερ», όπου τα διαστημικά συντρίμμια δημιουργούν ένα νέφος γύρω από τη Γη, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη την εκτόξευση νέων αντικειμένων στο διάστημα. Όμως αυτό το φαινόμενο χρειάζεται δεκαετίες για να εξελιχθεί πλήρως. Για να δείξουν πόσο άμεσος είναι ο κίνδυνος, οι ερευνητές δημιούργησαν έναν νέο δείκτη, το λεγόμενο «CRASH Clock».
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, τον Ιούνιο του 2025, αν οι χειριστές δορυφόρων έχαναν την ικανότητα να στέλνουν εντολές αποφυγής συγκρούσεων, μια καταστροφική σύγκρουση θα συνέβαινε μέσα σε μόλις 2,8 ημέρες. Το 2018, πριν την εποχή των μεγα-σμηνών, αυτός ο χρόνος ήταν 121 ημέρες. Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι ότι αν χαθεί ο έλεγχος για μόνο 24 ώρες, υπάρχει 30% πιθανότητα να συμβεί μια καταστροφική σύγκρουση που θα μπορούσε να πυροδοτήσει το Σύνδρομο Κέσλερ.
Το πρόβλημα είναι ότι οι ηλιακές καταιγίδες δεν προειδοποιούν έγκαιρα — συνήθως έχουμε μόλις μία ή δύο ημέρες. Και ακόμη κι όταν το γνωρίζουμε, οι επιλογές μας είναι περιορισμένες. Το περιβάλλον που δημιουργούν απαιτεί συνεχή, σε πραγματικό χρόνο έλεγχο των δορυφόρων. Αν αυτός ο έλεγχος χαθεί, τότε —όπως αναφέρει η μελέτη— έχουμε μόνο λίγες ημέρες πριν καταρρεύσει ολόκληρος ο «χάρτινος πύργος».
Και αυτό δεν είναι απλή θεωρία. Η καταιγίδα του 2024 ήταν η ισχυρότερη εδώ και δεκαετίες, όμως γνωρίζουμε ότι υπήρξε και ισχυρότερη: το περίφημο «Συμβάν Κάρινγκτον» του 1859. Αν κάτι παρόμοιο συνέβαινε σήμερα, θα μπορούσε να μας στερήσει τον έλεγχο των δορυφόρων για πολύ περισσότερο από τρεις ημέρες. Με άλλα λόγια, ένα και μόνο γεγονός, που έχει ήδη συμβεί στο παρελθόν, θα μπορούσε να καταστρέψει τη δορυφορική μας υποδομή και να μας καθηλώσει στη Γη για πολλά χρόνια.
Αυτό σίγουρα δεν είναι ένα μέλλον που θα θέλαμε. Παρότι οι δορυφόροι χαμηλής τροχιάς προσφέρουν τεράστια τεχνολογικά οφέλη, οι κίνδυνοι για το μέλλον της διαστημικής δραστηριότητας είναι πραγματικοί. Το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τους κατανοήσουμε σωστά — και αυτή η μελέτη αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Πηγή: universetoday.com