Κάθε χρόνο, τα δαγκώματα από δηλητηριώδη φίδια προκαλούν έως και 140.000 θανάτους παγκοσμίως, κυρίως σε αγροτικές περιοχές της Ασίας και της Αφρικής. Τα υπάρχοντα αντίδοτα λειτουργούν γενικά μόνο εναντίον ενός είδους ή μίας ομάδας συγγενικών ειδών. Ωστόσο, μια ασυνήθιστη περίπτωση από τις ΗΠΑ έφερε νέα δεδομένα, ανοίγοντας τον δρόμο προκειμένου να αναπτυχθεί ένα καθολικό αντίδοτο.
Ο Τιμ Φρίντι, μηχανικός και συλλέκτης φιδιών από το Ουισκόνσιν, ξεκίνησε το 2001 να κάνει μικρές ενέσεις με δηλητήριο και σταδιακά αύξανε τις δόσεις προκειμένου να αποκτήσει ανοσία. Σε διάστημα 18 ετών εκτέθηκε συνολικά 856 φορές, είτε μέσω ενέσεων είτε μέσω δαγκωμάτων, επιβιώνοντας ακόμη και από ιδιαίτερα επικίνδυνα είδη, όπως η μαύρη μάμπα, η κόμπρα, οχιές και ταϊπάν.
Η περίπτωσή του τράβηξε την προσοχή του ανοσολόγου Τζέικομπ Γκλάνβιλ, ιδρυτή της βιοτεχνολογικής εταιρείας Centivax, ο οποίος εντόπισε στο αίμα του πολλά υποσχόμενα αντισώματα. Οι ερευνητές απομόνωσαν δύο βασικά αντισώματα και τα συνδύασαν με το varespladib -έναν αντιφλεγμονώδη παράγοντα που μπλοκάρει ορισμένες τοξίνες- δημιουργώντας ένα «κοκτέιλ» που δοκιμάστηκε σε ποντίκια.
Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025 στο επιστημονικό περιοδικό Cell, το μείγμα αυτό προσέφερε πλήρη προστασία απέναντι σε 13 από 19 δηλητήρια και μερική προστασία στα υπόλοιπα. Η προσέγγιση αυτή θεωρείται σημαντική πρόοδος, καθώς τα παραδοσιακά αντίδοτα από ορό αλόγου στοχεύουν κατά κανόνα σε ένα είδος, ενώ ταυτόχρονα η παραγωγή τους είναι ακριβή και απαιτεί συνεχή πρόσβαση σε φρέσκο δηλητήριο.
Η έρευνα πάντως βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο, καθώς οι δοκιμές έχουν γίνει μόνο σε ζώα και απαιτούνται χρόνια κλινικών μελετών. Ωστόσο, η προοπτική ενός καθολικού αντιδότου θα έκανε πολύ πιο απλή την αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών ειδικά σε απομακρυσμένες περιοχές όπου η ταυτοποίηση του φιδιού είναι δύσκολη.
Σημειώνεται ότι οι ειδικοί ξεκαθαρίζουν ότι κανείς δεν πρέπει να ακολουθήσει την προσέγγιση του Φρίντι.