Δύο φορές τον χρόνο, στις νότιες ακτές της Νότιας Κορέας, ένα σπάνιο φυσικό φαινόμενο μετατρέπει τον βυθό της θάλασσας σε δρόμο. Πρόκειται για το λεγόμενο Θαύμα του Τζίντο, κατά το οποίο τα νερά ανάμεσα στο νησί Τζίντο και το νησί Μόντο υποχωρούν για περίπου μία ώρα, αποκαλύπτοντας μια φυσική λωρίδα ξηράς μήκους σχεδόν τριών χιλιομέτρων.
Το φαινόμενο οφείλεται σε έναν ιδιαίτερο συνδυασμό αστρονομικών και γεωγραφικών παραγόντων. Όταν η βαρυτική έλξη του ήλιου και της σελήνης ευθυγραμμίζεται με συγκεκριμένο τρόπο, δημιουργείται ακραία διαφορά παλίρροιας. Ο ρηχός και επίπεδος θαλάσσιος πυθμένας της περιοχής επιτρέπει στην υποχώρηση των νερών να αποκαλύψει έναν σαφή και βατό διάδρομο, ο οποίος εξαφανίζεται μόλις η παλίρροια επανέλθει.
Για αιώνες, οι κάτοικοι της περιοχής αξιοποιούσαν αυτή τη φυσική «γέφυρα» για πρακτικούς λόγους, όπως η μετακίνηση ανάμεσα στα νησιά και η συλλογή θαλασσινών. Η γνώση του φαινομένου μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά, βασισμένη στην παρατήρηση της σελήνης και των παλιρροιών, πολύ πριν προσελκύσει το ενδιαφέρον επιστημόνων και επισκεπτών.
Με την πάροδο του χρόνου, το γεγονός ενσωματώθηκε και στη λαϊκή παράδοση της Κορέας. Σύμφωνα με έναν γνωστό θρύλο, μια ηλικιωμένη γυναίκα προσευχήθηκε ώστε η θάλασσα να ανοίξει για να μπορέσει να επανενωθεί με την οικογένειά της, προσδίδοντας στο φαινόμενο συμβολικό και μυθικό χαρακτήρα.
Σήμερα, το Θαύμα του Τζίντο αποτελεί πόλο έλξης για χιλιάδες επισκέπτες και συνοδεύεται από ετήσιο φεστιβάλ. Πολιτιστικές εκδηλώσεις, παραδοσιακή μουσική και οργανωμένες διαβάσεις μετατρέπουν το φυσικό φαινόμενο σε συλλογική εμπειρία, με αυστηρό όμως χρονικό όριο: μόλις ολοκληρωθεί το παράθυρο της χαμηλής παλίρροιας, η θάλασσα επιστρέφει στη θέση της.
Το φαινόμενο του Τζίντο υπενθυμίζει τη δύναμη και την ακρίβεια των φυσικών κύκλων, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι ανθρώπινες κοινωνίες μαθαίνουν να προσαρμόζονται και να συνυπάρχουν με αυτούς. Για λίγη ώρα, η φύση επιτρέπει τη διέλευση και έπειτα, αθόρυβα, αποκαθιστά την κανονικότητα.