Ο Βλαντίμιρ Πούτιν είναι ο «μεγαλύτερος υποκινητής» της μετανάστευσης προς την Ευρώπη λόγω του ρόλου του στην υποδαύλιση συγκρούσεων την τελευταία δεκαετία, δήλωσε ο Επίτροπος Μετανάστευσης της ΕΕ, Μάγκνους Μπρούνερ, στους Financial Times, την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμάζεται για πιθανή αύξηση των ροών από τη Μέση Ανατολή.
«Πάντα ο Πούτιν εμπλέκεται σε αυτά τα μεγάλα μεταναστευτικά κύματα. Πάντα είναι ο Βλαντίμιρ Πούτιν», υπογράμμισε ο Μπρούνερ, αποδίδοντας ευθέως στη Μόσχα την ευθύνη για τις μεγάλες μεταναστευτικές πιέσεις που έχει αντιμετωπίσει η Ευρώπη τα τελευταία χρόνια.
Όπως εξήγησε, η ρωσική εμπλοκή στη Συρία και η στήριξη στο καθεστώς Άσαντ συνέβαλαν καθοριστικά στην προσφυγική κρίση του 2015–2016, ενώ η εισβολή στην Ουκρανία το 2022 οδήγησε σε ένα νέο, μαζικό κύμα εκτοπισμένων, με περισσότερους από 4 εκατομμύρια Ουκρανούς να βρίσκονται σήμερα υπό καθεστώς προσωρινής προστασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι, αν και προς το παρόν δεν παρατηρούνται μαζικές ροές από το Ιράν, «πρέπει να είμαστε σε επιφυλακή, γιατί η κατάσταση μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή». Ωστόσο, στο ίδιο πλαίσιο επανήλθε στην ευρύτερη ανάγνωση που αποδίδει καθοριστικό ρόλο στη Μόσχα, σημειώνοντας ότι, ακόμη και αν ο πόλεμος στο Ιράν δεν ξεκίνησε από τη Ρωσία, ο Βλαντίμιρ Πούτιν «στηρίζει το καθεστώς εκεί» και «είναι στην πραγματικότητα ο μεγαλύτερος υποκινητής των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη».
Οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε μια συγκυρία όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να χαράξει μια σαφώς πιο αυστηρή και συντονισμένη γραμμή στο μεταναστευτικό. Στη Σύνοδο Κορυφής της περασμένης εβδομάδας, οι ηγέτες υπογράμμισαν ότι «με βάση τα διδάγματα της κρίσης του 2015 και προκειμένου να αποφευχθεί μια παρόμοια κατάσταση, η ΕΕ είναι έτοιμη να κινητοποιήσει πλήρως τα διπλωματικά, νομικά, επιχειρησιακά και χρηματοδοτικά της μέσα για την αποτροπή ανεξέλεγκτων μεταναστευτικών ροών και τη διατήρηση της ασφάλειας στην Ευρώπη».
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν και οι δηλώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος τόνισε ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρόκειται να επαναλάβει τα λάθη του 2015», επισημαίνοντας ότι «η Ελλάδα προστατεύει τα σύνορά της» και ότι υπάρχει πλέον σαφής κοινή ευρωπαϊκή γραμμή πως «δεν θα επιτραπεί ένα μεγάλο κύμα παράτυπων μεταναστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
Ωστόσο, η ανάγνωση που εστιάζει αποκλειστικά στη Ρωσία φωτίζει μόνο ένα μέρος της εικόνας. Η εργαλειοποίηση της μετανάστευσης ως μέσο πίεσης προς την Ευρώπη έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια σε πολλαπλά μέτωπα, ενώ η διαχείριση των ροών αποτελεί πεδίο όπου διασταυρώνονται γεωπολιτικά συμφέροντα, πολιτικές επιλογές και ιδεολογικές γραμμές.
Η διάσταση αυτή συνδέεται και με τη χρήση της μετανάστευσης ως εργαλείου πίεσης στο πλαίσιο ενός ευρύτερου υβριδικού πολέμου. Δεν είναι τυχαίο ότι η στάση απέναντι σε διαφορετικά προσφυγικά κύματα δεν υπήρξε ενιαία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ομάδες και πολιτικοί κύκλοι που στη συνέχεια εμφανίστηκαν πιο φιλικά διακείμενοι προς τη Ρωσία αντέδρασαν στην άφιξη προσφύγων από την Ουκρανία, σε αντίθεση με τη στάση που είχαν επιδείξει τα προηγούμενα χρόνια απέναντι σε ροές από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.
Η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην Τουρκία αποκτά, υπό αυτό το πρίσμα, ιδιαίτερο βάρος. Η Άγκυρα αποτελεί τον βασικό διάδρομο μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη κάτι που αναδείχθηκε με ένταση και στην κρίση του Έβρου το 2020, αλλά και τον βασικό αποδέκτη ευρωπαϊκής χρηματοδότησης για τη διαχείριση του προσφυγικού, έχοντας λάβει περισσότερα από 10 δισ. ευρώ από την ΕΕ. Η χώρα εξακολουθεί να φιλοξενεί τον μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων παγκοσμίως, με περίπου 3 εκατομμύρια Σύρους και εκατοντάδες χιλιάδες άλλων εθνικοτήτων, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της ΕΕ και της UNHCR.
Παρά τη μείωση των ροών τα τελευταία χρόνια, μετά τις συμφωνίες ΕΕ-Τουρκίας, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη. Η «στρόφιγγα» μπορεί να ανοίξει ανά πάσα στιγμή, ενώ οι δηλώσεις της τουρκικής ηγεσίας περί «ανοίγματος των πυλών» προς την Ευρώπη παραμένουν νωπές.
Ενδεικτική της πολυπλοκότητας του φαινομένου είναι και η εμπειρία της κρίσης στα σύνορα της Λευκορωσίας, όταν είχε επισημανθεί πως δίκτυα πτήσεων μέσω Τουρκίας αξιοποιήθηκαν για τη μεταφορά μεταναστών προς το Μινσκ, αλλά και προς τα κατεχόμενα στην Κύπρο.
Αναλύσεις επισημαίνουν ότι η τουρκική εμπλοκή σε περιφερειακές συγκρούσεις από τη Συρία έως τη Λιβύη έχει επηρεάσει το μεταναστευτικό περιβάλλον, συμβάλλοντας στην αστάθεια περιοχών που λειτουργούν ως βασικοί διάδρομοι προς την Ευρώπη.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ επενδύει εκ νέου στη συνεργασία με την Άγκυρα, διατηρεί χαμηλούς τόνους όσον αφορά τις σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό της Τουρκίας, όπως καταγράφονται σε εκθέσεις ευρωπαϊκών θεσμών, οι οποίες δεν αφορούν μόνο τους αντιφρονούντες, αλλά και τους πρόσφυγες που φιλοξενούνται στη χώρα.
Πίσω από αυτές τις αντιφάσεις διαγράφεται μια ευρύτερη στρατηγική επιλογή σε σχέση με τη σταδιακή επανένταξη της Τουρκίας στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό για την άμυνα, την ενέργεια και το εμπόριο, στο πλαίσιο πρωτοβουλιών όπως το «Made in Europe», με την Άγκυρα να προβάλλεται ως αναντικατάστατος εταίρος.
Σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η Τουρκία αντιμετωπίζεται εκ νέου ως κρίσιμος εταίρος μια επιλογή που ερμηνεύεται όχι μόνο ως πρακτική προσέγγιση, αλλά και ως προσπάθεια να αποτραπεί η περαιτέρω απομάκρυνσή της από τη Δύση και η σύγκλισή της με τη Ρωσία ή ευρύτερα ευρασιατικά σχήματα.
Η επιλογή αυτή, ωστόσο, επαναφέρει γνώριμα διλήμματα, όπως και κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, ενώ ελλοχεύει ο κίνδυνος η Ευρωπαϊκή Ένωση να αντικαταστήσει μια εξάρτηση με μια άλλη.
Η ανάγνωση του Μπρούνερ για τη Ρωσία είναι πράγματι βάσιμη. Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη, καθώς η μετανάστευση έχει εξελιχθεί σε εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης σε περισσότερα από ένα μέτωπα, με πολλαπλούς δρώντες και διαφορετικά κίνητρα. Με άλλα λόγια, ο Ευρωπαίος Επίτροπος μπορεί να έχει δίκιο για τη Ρωσία, αλλά η Μόσχα δεν παίζει μόνη της αυτό το παιχνίδι.