Η νίκη του Πέτερ Μαγιάρ στις ουγγρικές εκλογές της 12ης Απριλίου 2026 γέννησε στην Ευρώπη προσδοκίες για πιο ομαλές σχέσεις της Βουδαπέστης με τις Βρυξέλλες και λιγότερα βέτο σε κρίσιμες αποφάσεις για την Ουκρανία. Ωστόσο, ο νέος πρωθυπουργός έσπευσε να βάλει όρια: η Ουγγαρία, είπε τη Δευτέρα 13 Απριλίου, δεν πρόκειται να στηρίξει την ταχεία ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ, ενώ υποστήριξε ότι ένα τόσο κρίσιμο θέμα πρέπει να τεθεί σε δημοψήφισμα.
Η τοποθέτηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή έρχεται μόλις μία ημέρα μετά την ήττα του Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος επί χρόνια υπήρξε ο πιο σταθερός ευρωπαϊκός πονοκέφαλος για το Κίεβο, μπλοκάροντας ή καθυστερώντας πακέτα στήριξης, κυρώσεις και κρίσιμες αποφάσεις στο ευρωπαϊκό τραπέζι. Η αποχώρησή του από την εξουσία είχε καλλιεργήσει την ελπίδα ότι η Ουγγαρία θα πάψει να είναι ο μόνιμος αρνητής στις αποφάσεις για την Ουκρανία. Όμως η πρώτη γραμμή του Μαγιάρ δείχνει ότι, ακόμη και χωρίς τον Όρμπαν, η ουγγρική επιφύλαξη απέναντι στην ουκρανική ένταξη παραμένει ενεργή.
Σύμφωνα με όσα μετέδωσε το Reuters, ο Μαγιάρ δήλωσε ότι το ερώτημα της ένταξης της Ουκρανίας στην ΕΕ δεν μπορεί να κλείσει πολιτικά με ταχείες διαδικασίες, αλλά θα πρέπει να τεθεί στην κοινωνία. Η δήλωση αυτή δεν ακυρώνει αυτομάτως τη συνολική ευρωπαϊκή πορεία της Ουκρανίας, αλλά στέλνει σαφές μήνυμα πως η νέα κυβέρνηση της Βουδαπέστης δεν σκοπεύει να υπογράψει χωρίς όρους ένα τέτοιο βήμα.
Την ίδια ώρα, ο νέος Ούγγρος ηγέτης προσπάθησε να παρουσιάσει μια εικόνα θεσμικής αποκατάστασης στο εσωτερικό. Έβαλε στην κορυφή της ατζέντας του την καταπολέμηση της διαφθοράς, προανήγγειλε συνταγματικές αλλαγές, μεταξύ αυτών και περιορισμό του πρωθυπουργικού αξιώματος σε δύο θητείες, ενώ ξεκαθάρισε ότι η Κεντρική Τράπεζα της Ουγγαρίας θα παραμείνει ανεξάρτητη. Το πακέτο αυτό ερμηνεύεται ως προσπάθεια επαναπροσέγγισης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και ενίσχυσης της αξιοπιστίας της χώρας μετά από χρόνια σύγκρουσης της κυβέρνησης Όρμπαν με τις Βρυξέλλες.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ευρωπαϊκή αντίφαση. Από τη μία, η αλλαγή εξουσίας στην Ουγγαρία θεωρείται από πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ευκαιρία για να ξεμπλοκάρουν αποφάσεις που μέχρι τώρα κρατούσε πίσω ο Όρμπαν, όπως χρηματοδοτικά εργαλεία και πολιτική στήριξη προς την Ουκρανία. Από την άλλη, η επιφύλαξη του Μάγιαρ για την fast track ένταξη επιβεβαιώνει ότι η κούραση, ο σκεπτικισμός και οι εθνικές πολιτικές ισορροπίες εξακολουθούν να βαραίνουν στο θέμα της διεύρυνσης.
Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη επειδή η ουκρανική υποψηφιότητα έχει ήδη προχωρήσει θεσμικά. Η Ουκρανία υπέβαλε αίτηση ένταξης στις 28 Φεβρουαρίου 2022, οι ηγέτες της ΕΕ αποφάσισαν στις 14 Δεκεμβρίου 2023 να ανοίξουν διαπραγματεύσεις και η πρώτη Διακυβερνητική Διάσκεψη πραγματοποιήθηκε στις 25 Ιουνίου 2024, ανοίγοντας επισήμως την ενταξιακή διαδικασία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι η διαδικασία screening της ουκρανικής νομοθεσίας ολοκληρώθηκε επιτυχώς τον Σεπτέμβριο του 2025, κάτι που δείχνει ότι το Κίεβο έχει ήδη κάνει ουσιαστικά βήματα στην πορεία του προς την Ένωση.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ένταξη είναι κοντά ή αυτονόητη. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην έκθεσή της για το 2025, συνδέει την πρόοδο της Ουκρανίας με δύσκολες και διαρκείς μεταρρυθμίσεις, ενώ το ζήτημα της διαφθοράς, της δικαιοσύνης, της διοικητικής ικανότητας και του κράτους δικαίου παραμένει στον πυρήνα της αξιολόγησης. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και χώρες που στηρίζουν πολιτικά την Ουκρανία εμφανίζονται πιο προσεκτικές όταν η συζήτηση περνά από τον συμβολισμό στην πραγματική ημερομηνία ένταξης.
Για την Ευρώπη, το μήνυμα από τη Βουδαπέστη είναι διπλό. Η εποχή Όρμπαν μπορεί να έκλεισε, αλλά η νέα ηγεσία δεν πρόκειται να κινηθεί χωρίς εθνικά φίλτρα και πολιτικό κόστος. Και για το Κίεβο, αυτό σημαίνει ότι η απομάκρυνση ενός σκληρού αντιπάλου δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ανοιχτό διάδρομο προς την ΕΕ. Το ουγγρικό «ναι» ίσως γίνει ευκολότερο σε ζητήματα χρηματοδότησης ή συνεργασίας, αλλά στο θέμα της πλήρους ένταξης η πόρτα παραμένει μόνο μισάνοιχτη.