Η υπόθεση της Monica Witt προκαλεί έντονη ανησυχία στις υπηρεσίες πληροφοριών, καθώς η πρώην αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας των Ηνωμένων Πολιτειών θεωρείται πιθανό «κρυφό όπλο» του Ιράν. Με εμπειρία άνω της δεκαετίας στην αντικατασκοπεία, αυτομόλησε το 2013, έπειτα από στρατολόγηση από τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Αξιωματούχοι εκτιμούν ότι ενδέχεται να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στον σχεδιασμό επιχειρήσεων, αξιοποιώντας κρίσιμες γνώσεις για τις αμερικανικές τακτικές και τα συστήματα παρακολούθησης. Η υπόθεσή της χαρακτηρίστηκε μία από τις σοβαρότερες προδοσίες των τελευταίων ετών, καθώς είχε πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες για πράκτορες και μεθόδους κατασκοπείας.
Γεννημένη στο Ελ Πάσο, η Witt υπηρέτησε σε αποστολές σε Σαουδική Αραβία και Ιράκ, ενώ μετά την αποστρατεία της στράφηκε σε σπουδές για τη Μέση Ανατολή. Η Witt φέρεται να ασπάστηκε το Ισλάμ το 2012, κατά τη διάρκεια ταξιδιού της στην Τεχεράνη για συνέδριο που συνδέεται με τους Φρουρούς της Επανάστασης. Έναν χρόνο αργότερα, τον Αύγουστο του 2013, αυτομόλησε στο Ιράν, όπου σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές παρείχε διαβαθμισμένες πληροφορίες.
Κατά τη διάρκεια της θητείας της στην Πολεμική Αεροπορία των Ηνωμένων Πολιτειών και αργότερα ως ιδιώτης συνεργάτης, είχε πρόσβαση σε ευαίσθητα προγράμματα ειδικής πρόσβασης (SAPs) και επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή.
Το 2019, το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ της απήγγειλε κατηγορίες για συνωμοσία με σκοπό την παράδοση πληροφοριών εθνικής άμυνας σε ξένη χώρα, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων που φέρεται να χρησιμοποιήθηκαν για στοχοποίηση πρώην συναδέλφων της μέσω κυβερνοεπιθέσεων.
Έκτοτε παραμένει καταζητούμενη, πιστεύεται ότι ζει στο Ιράν υπό προστασία και βρίσκεται στη λίστα των πλέον καταζητούμενων του FBI για κατασκοπεία.