Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, έχει ήδη μετατραπεί σε μια σύγκρουση με βαρύ δημοσιονομικό και χρηματιστηριακό αποτύπωμα. Ο πιο καθαρός δημόσιος αριθμός μέχρι σήμερα είναι ότι οι πρώτες έξι ημέρες κόστισαν τουλάχιστον 11,3 δισ. δολάρια, ενώ στα μέσα Μαρτίου η εκτίμηση της αμερικανικής κυβέρνησης ανέβηκε περίπου στα 12 δισ. δολάρια. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν όλο το μέχρι τώρα γνωστό κόστος «γράφτηκε» στην πρώτη φάση της εκστρατείας.
Πόσο έχει κοστίσει μέχρι τώρα ο πόλεμος
Η πιο αξιόπιστη δημόσια αφετηρία είναι η ενημέρωση που έλαβαν Αμερικανοί βουλευτές: οι πρώτες έξι ημέρες της σύγκρουσης κόστισαν τουλάχιστον 11,3 δισ. δολάρια. Από αυτά, τα 5,6 δισ. δολάρια αφορούσαν μόνο πυρομαχικά στο πρώτο 48ωρο, κάτι που δείχνει πόσο εμπροσθοβαρής ήταν η αρχική στρατιωτική φάση.
Το επόμενο δημόσιο σημείο αναφοράς ήρθε στις 15 Μαρτίου, όταν ο επικεφαλής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου των ΗΠΑ, Κέβιν Χάσετ, μίλησε για συνολικό κόστος περίπου 12 δισ. δολαρίων. Επειδή στις 15 Μαρτίου ο πόλεμος είχε ήδη μπει στην τρίτη εβδομάδα, η σύγκριση με τα 11,3 δισ. της έκτης ημέρας οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα: η δεύτερη εβδομάδα ήταν πολύ λιγότερο δαπανηρή από την πρώτη.
Με βάση αυτά τα δύο επίσημα σημεία, η καλύτερη διαθέσιμη δημοσιογραφική εκτίμηση για τις πρώτες δύο εβδομάδες είναι ότι ο λογαριασμός είχε ήδη φτάσει περίπου στα 11,5 με 12 δισ. δολάρια. Δεν υπάρχει ακόμη δημόσια, πλήρης και αναλυτική κατανομή του Πενταγώνου για όλο το 14ήμερο, άρα αυτό το εύρος είναι τεκμηριωμένη εκτίμηση και όχι τελικός απολογισμός.
Οι επιμέρους δαπάνες: πού πήγαν τα λεφτά
Το μεγαλύτερο και πιο βέβαιο κομμάτι του κόστους είναι τα πυρομαχικά. Τα 5,6 δισ. δολάρια του πρώτου διημέρου αφορούσαν ακριβώς αυτή την κατηγορία, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει ήδη πρόσθετη χρηματοδότηση που μπορεί να φτάσει έως και τα 50 δισ. δολάρια για αναπλήρωση αποθεμάτων, καθώς η εκστρατεία εξάντλησε κρίσιμα οπλικά συστήματα.
Η δεύτερη μεγάλη κατηγορία είναι η αεράμυνα και οι αναχαιτίσεις. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες από το briefing προς το Κογκρέσο, το ημερήσιο κόστος στην πρώτη φάση έφτανε περίπου τα 2 δισ. δολάρια και αργότερα υποχώρησε προς το 1 δισ. ημερησίως, καθώς το Πεντάγωνο μετακινήθηκε από ακριβότερα όπλα ακριβείας σε φθηνότερες βόμβες JDAM.
Υπάρχει όμως και ένας «αόρατος» λογαριασμός που ακόμη δεν έχει αποτιμηθεί πλήρως: μετακινήσεις δυνάμεων, υγειονομική υποστήριξη, απώλειες εξοπλισμού, αντικατάσταση αντιαεροπορικών αποθεμάτων και μακροπρόθεσμη επαναπαραγγελία όπλων. Γι’ αυτό και ακόμη και τα 12 δισ. δολάρια θεωρούνται από αναλυτές μερικός, όχι τελικός, αριθμός.
Τι κάνουν οι μετοχές της πολεμικής βιομηχανίας
Στην πρώτη αντίδραση της αγοράς, οι αμυντικές μετοχές ενισχύθηκαν, μαζί με την ενέργεια, ενώ πιέστηκαν ο τουρισμός και οι αερομεταφορές. Το Reuters είχε καταγράψει από τις πρώτες συνεδριάσεις ότι άμυνα και ενέργεια λειτουργούσαν ως καταφύγια απέναντι στην πολεμική κλιμάκωση.
Σήμερα, 16 Μαρτίου, οι βασικές αμερικανικές αμυντικές μετοχές βρίσκονται στα εξής επίπεδα: Lockheed Martin στα 646 δολάρια, RTX στα 204,52 δολάρια, Northrop Grumman στα 733,71 δολάρια, General Dynamics στα 351,52 δολάρια και L3Harris στα 358,96 δολάρια. Το ETF iShares U.S. Aerospace & Defense, ένα χρήσιμο «καλάθι» του κλάδου, διαπραγματεύεται στα 229,34 δολάρια.
Η πιο ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι ότι η αμυντική βιομηχανία δεν εκτινάσσεται πλέον αυτόματα όσο βαθαίνει ο πόλεμος. Το Barron’s σημειώνει ότι το ETF του κλάδου είναι περίπου 6% χαμηλότερα από τότε που άρχισε η σύγκρουση, μετά από ένα εντυπωσιακό ράλι περίπου 60% στο προηγούμενο δωδεκάμηνο. Με άλλα λόγια, η αγορά είχε ήδη προεξοφλήσει μεγάλο μέρος της γεωπολιτικής έντασης πριν από το χτύπημα στο Ιράν.
Πώς κινούνται γενικά οι άλλες μετοχές
Η ευρύτερη εικόνα στην αγορά είναι πιο αδύναμη. Στις 13 Μαρτίου η Wall Street έκλεισε χαμηλότερα, με τον πόλεμο και το πετρέλαιο να τροφοδοτούν ξανά ανησυχίες για πληθωρισμό και επιτόκια. Την ίδια στιγμή, στις 16 Μαρτίου, το SPY, που παρακολουθεί τον S&P 500, κινείται στα 662,29 δολάρια, ενώ το QQQ, που αποτυπώνει την πορεία του Nasdaq-100, βρίσκεται στα 593,72 δολάρια.
Το βασικό σοκ μεταδίδεται από το πετρέλαιο. Το Brent έχει ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι και βρίσκεται πάνω από 40% υψηλότερα από την έναρξη της σύγκρουσης, εξέλιξη που στηρίζει ενεργειακές εταιρείες αλλά βαραίνει κλάδους με μεγάλη εξάρτηση από το καύσιμο. Reuters, AP και άλλες διεθνείς πηγές συγκλίνουν ότι οι αγορές φοβούνται πλέον όχι απλώς γεωπολιτικό θόρυβο, αλλά έναν επίμονο ενεργειακό πληθωρισμό.
Οι μεγάλοι πετρελαϊκοί όμιλοι παραμένουν από τους ωφελημένους. Η Exxon Mobil διαπραγματεύεται στα 156,12 δολάρια και η Chevron στα 196,82 δολάρια, ενώ η άνοδος του αργού έχει προσθέσει δεκάδες δισ. δολάρια στη χρηματιστηριακή αξία των μεγάλων δυτικών πετρελαϊκών εταιρειών.
Ποιες μετοχές έχουν δεχθεί το μεγαλύτερο πλήγμα
Ο πιο καθαρός χαμένος του πολέμου είναι ο ταξιδιωτικός κλάδος. Από την πρώτη κιόλας συνεδρίαση, το Reuters είχε καταγράψει πτώση σχεδόν 3% για τον δείκτη S&P 1500 Passenger Airlines, μαζί με πιέσεις σε αεροπορικές, ξενοδοχεία και online ταξιδιωτικές εταιρείες.
Έκτοτε, η εικόνα έγινε ακόμη πιο σκληρή. Σύμφωνα με το Barron’s, οι δύο χειρότερες μετοχές του S&P 500 από την έναρξη του πολέμου είναι οι Norwegian Cruise Line και Carnival, με απώλειες άνω του 20%. Στις αεροπορικές, η Southwest και η United έχουν χάσει περίπου 18% και 17% αντίστοιχα, ενώ Delta και American Airlines βρίσκονται επίσης με διψήφιες απώλειες.
Στις τρέχουσες αποτιμήσεις της 16ης Μαρτίου, η Carnival βρίσκεται στα 23,99 δολάρια, η Norwegian Cruise Line στα 18,87 δολάρια, η United Airlines στα 86,60 δολάρια, η Southwest στα 38,75 δολάρια, η Delta στα 58,78 δολάρια και η American Airlines στα 10,30 δολάρια. Το ETF JETS, που αποτυπώνει συνολικά τον αεροπορικό κλάδο, κινείται στα 24,05 δολάρια.
Το συμπέρασμα
Αν κάποιος θέλει να συνοψίσει τη μέχρι τώρα οικονομική εικόνα του πολέμου με το Ιράν σε μία φράση, αυτή είναι η εξής: το δημοσιονομικό σοκ ήρθε γρήγορα, ενώ το χρηματιστηριακό σοκ μοιράστηκε άνισα. Η πρώτη εβδομάδα απορρόφησε σχεδόν όλο το μέχρι στιγμής γνωστό κόστος για τις ΗΠΑ, με τα πυρομαχικά να παίζουν τον κεντρικό ρόλο. Στις αγορές, οι αμυντικές βιομηχανίες αντέχουν αλλά δεν «πετούν», η ενέργεια βγαίνει κερδισμένη και ο μεγάλος χαμένος είναι ο ταξιδιωτικός κλάδος, ιδίως αεροπορικές και κρουαζιέρες.