Η Ρωσία προχωρά σε ένα νέο, αμφιλεγόμενο μέτρο στο πλαίσιο της προσπάθειάς της να αντιμετωπίσει τη δραματική μείωση των γεννήσεων, καθώς γυναίκες που δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά ενδέχεται να παραπέμπονται σε ψυχολόγους.

Η πρωτοβουλία εντάσσεται σε νέες κατευθυντήριες οδηγίες του ρωσικού υπουργείου Υγείας, οι οποίες προβλέπουν ότι κατά τη διάρκεια ελέγχων αναπαραγωγικής υγείας οι γιατροί θα ρωτούν τις γυναίκες πόσα παιδιά επιθυμούν να κάνουν. Σε περίπτωση που κάποια δηλώσει ότι δεν θέλει παιδιά, θα της προτείνεται συμβουλευτική με ειδικό, με στόχο –όπως αναφέρεται– τη διαμόρφωση μιας «θετικής στάσης απέναντι στη μητρότητα».

Advertisement
Advertisement

Το μέτρο αυτό έρχεται σε μια περίοδο όπου η Ρωσία αντιμετωπίζει μία από τις χειρότερες δημογραφικές κρίσεις στην ιστορία της. Το 2025, το ποσοστό γεννήσεων έπεσε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, τα χαμηλότερα που έχουν καταγραφεί από τα τέλη του 18ου έως τις αρχές του 19ου αιώνα. Ο δείκτης γονιμότητας ανέρχεται πλέον σε περίπου 1,4 παιδιά ανά γυναίκα, σημαντικά κάτω από το όριο του 2,1 που θεωρείται απαραίτητο για τη διατήρηση σταθερού πληθυσμού.

Η υπογεννητικότητα αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα για τη χώρα και βασική ανησυχία της ηγεσίας της, ωστόσο η κατάσταση έχει επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει επιφέρει μεγάλες απώλειες, ενώ χιλιάδες άνδρες έχουν εγκαταλείψει τη χώρα για να αποφύγουν τη στράτευση, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τη δημογραφική δυναμική.

Παράλληλα, η Μόσχα έχει υιοθετήσει και άλλα μέτρα για την ενίσχυση των γεννήσεων. Τα τελευταία χρόνια έχουν αυστηροποιηθεί οι κανόνες για τις αμβλώσεις, ενώ έχουν προωθηθεί νομοθεσίες που περιορίζουν ή απαγορεύουν αυτό που χαρακτηρίζεται ως «προπαγάνδα υπέρ της μη τεκνοποίησης».

Αντιδράσεις

Η νέα οδηγία για παραπομπή σε ψυχολόγο έχει προκαλέσει αντιδράσεις, καθώς εγείρει ζητήματα προσωπικής ελευθερίας και δικαιώματος επιλογής των γυναικών. Υποστηρικτές τέτοιων πολιτικών θεωρούν ότι η ενίσχυση των γεννήσεων είναι απαραίτητη για την οικονομική και κοινωνική σταθερότητα της χώρας. Από την άλλη πλευρά, επικριτές επισημαίνουν ότι η μείωση των γεννήσεων συνδέεται και με την αυξανόμενη δυνατότητα των γυναικών να αποφασίζουν για τη ζωή τους, αλλά και με ευρύτερους παράγοντες όπως η οικονομική αβεβαιότητα και οι κοινωνικές συνθήκες.

Το ζήτημα της υπογεννητικότητας δεν αφορά μόνο τη Ρωσία. Πολλές χώρες παγκοσμίως, από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Κίνα και την Ιαπωνία, αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις, αναζητώντας τρόπους να ενισχύσουν τα ποσοστά γεννήσεων μέσω πολιτικών στήριξης των οικογενειών.

Ωστόσο, οι προβλέψεις για τη Ρωσία παραμένουν δυσοίωνες. Εκτιμάται ότι ο πληθυσμός της χώρας μπορεί να μειωθεί στα περίπου 132 εκατομμύρια μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες. Σε ένα ακόμη πιο ακραίο σενάριο, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΗΕ, ο πληθυσμός θα μπορούσε να συρρικνωθεί σχεδόν στο μισό έως το τέλος του αιώνα, φτάνοντας ακόμη και τα 83 εκατομμύρια.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα νέα μέτρα δείχνουν την ένταση της ανησυχίας των ρωσικών αρχών για το δημογραφικό μέλλον της χώρας, αλλά και το πόσο μακριά είναι διατεθειμένες να φτάσουν προκειμένου να αναστρέψουν την τάση.