Έχει περάσει περίπου ένας μήνας από την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων στο Ιράν και πλέον φαίνεται πως οι αρχικές εκτιμήσεις της κυβέρνησης Τραμπ δεν επιβεβαιώθηκαν. Οι προσδοκίες για μια γρήγορη και αποφασιστική αλλαγή καθεστώτος αποδείχθηκαν υπεραισιόδοξες, καθώς η κατάσταση στο πεδίο δεν εξελίχθηκε όπως αναμενόταν.
Παρά την ένταση των επιχειρήσεων και τη συνεχή στρατιωτική πίεση, το ιρανικό καθεστώς δείχνει να διατηρεί την ανθεκτικότητά του. Οι εξελίξεις υπογραμμίζουν ότι μια τέτοια στρατηγική αλλαγή δεν μπορεί να επιτευχθεί εύκολα ή γρήγορα, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζει ένα σύστημα που έχει σχεδιαστεί για να αντέχει και να προσαρμόζεται σε συνθήκες σύγκρουσης.
Σύμφωνα με αναφορές της Rivista italiana di Difesa, στρατιωτικές αναλύσεις δείχνουν ότι οι Ιρανοί είχαν προετοιμαστεί για μακροχρόνιο πόλεμο. Προβλέποντας από καιρό την πιθανότητα επίθεσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, επένδυσαν σε μη συμβατικά μέσα, όπως μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) και βαλλιστικούς πυραύλους. Αντίθετα, δεν ενίσχυσαν σημαντικά τον παραδοσιακό στρατό, το ναυτικό ή την πολεμική αεροπορία, θεωρώντας ότι δεν θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν τεχνολογικά τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Το Ιράν έχει επενδύσει εδώ και χρόνια σε μια στρατηγική που βασίζεται όχι μόνο στην ισχύ των βαλλιστικών του πυραύλων, αλλά κυρίως στην ικανότητά του να τους προστατεύει και να τους χρησιμοποιεί υπό τις πιο αντίξοες συνθήκες. Στο επίκεντρο αυτής της προσέγγισης βρίσκονται εκτεταμένα δίκτυα υπόγειων βάσεων, κατασκευασμένων σε περιοχές όπως η Γιαζντ, η Ταμπρίζ, η Κερμανσάχ, η Σεμάν και η Ισφαχάν. Οι εγκαταστάσεις αυτές δεν αποτελούν απλές αποθήκες, αλλά πλήρως επιχειρησιακά συγκροτήματα, σχεδιασμένα για να διατηρούν ενεργό το πυραυλικό οπλοστάσιο ακόμη και υπό συνεχή εχθρική πίεση.
Οι βάσεις αυτές έχουν διανοιχθεί σε βάθη που φτάνουν τα 100 έως 200 μέτρα μέσα σε συμπαγείς γρανιτένιες πλαγιές, ένα χαρακτηριστικό που τις καθιστά εξαιρετικά δύσκολες στην καταστροφή. Ακόμη και οι πιο προηγμένες βόμβες υψηλής διείσδυσης δυσκολεύονται να προκαλέσουν αποφασιστικό πλήγμα. Παράλληλα, διαθέτουν πολλαπλές θωρακισμένες εξόδους, γεγονός που επιτρέπει την ευελιξία στις επιχειρήσεις και μειώνει τον κίνδυνο πλήρους εξουδετέρωσης.
Στο εσωτερικό τους αναπτύσσεται ένα περίπλοκο δίκτυο μεταφοράς, συχνά με σιδηροδρομικές γραμμές που επιτρέπουν τη γρήγορη μετακίνηση πυραύλων προς διαφορετικά σημεία εκτόξευσης. Αυτή η υποδομή δίνει τη δυνατότητα για αιφνιδιαστικές εκτοξεύσεις και άμεση απόσυρση των πυραυλικών συστημάτων πριν εντοπιστούν από δορυφορικά μέσα επιτήρησης. Σε περίπτωση που κάποια έξοδος καταστραφεί ή μπλοκαριστεί, τα συστήματα ανακατευθύνονται γρήγορα σε εναλλακτικές διαδρομές, ενώ οι εργασίες αποκατάστασης μπορούν να ολοκληρωθούν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, συνήθως μέσα σε δύο ημέρες.
Η ανθεκτικότητα αυτού του μοντέλου φάνηκε και σε πρόσφατες επιχειρήσεις. Στις 22 Μαρτίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχείρησαν να πλήξουν υπόγεια εγκατάσταση στη Γιαζντ χρησιμοποιώντας στρατηγικά βομβαρδιστικά. Παρά την ισχύ των επιθέσεων, η δομή των βάσεων και η έλλειψη επαρκών όπλων ικανών να καταστρέψουν ταυτόχρονα όλες τις εισόδους περιόρισαν σημαντικά την αποτελεσματικότητα της επιχείρησης. Το αποτέλεσμα ήταν να επιβεβαιωθεί στην πράξη αυτό που πολλοί αναλυτές ήδη υποστήριζαν: ότι το συγκεκριμένο σύστημα είναι σχεδιασμένο για να αντέχει.
Παράλληλα, οι προσπάθειες εντοπισμού και εξουδετέρωσης των ιρανικών πυραυλικών δυνάμεων μέσω drones και σύγχρονων συστημάτων παρακολούθησης αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια. Η γεωγραφική διασπορά των βάσεων, σε συνδυασμό με ένα αποκεντρωμένο μοντέλο διοίκησης, επιτρέπει τη συνέχιση των επιχειρήσεων χωρίς σημαντικές διακοπές. Οι μονάδες δεν εξαρτώνται από ένα κεντρικό σημείο ελέγχου, γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο παράλυσης του συστήματος.
Οι Ιρανικές Επαναστατικές Φρουρές έχουν υιοθετήσει μια τακτική που θυμίζει ανταρτοπόλεμο υψηλής τεχνολογίας. Χρησιμοποιούν drones για να κορέσουν τα συστήματα άμυνας του αντιπάλου και να δημιουργήσουν σύγχυση, ενώ ταυτόχρονα εκτοξεύουν πυραύλους από διαφορετικές τοποθεσίες. Η ταχύτητα των κινήσεων και η συνεχής εναλλαγή σημείων εκτόξευσης δυσκολεύουν την έγκαιρη αντίδραση των αντιπάλων. Επιπλέον, οι στόχοι αντιποίνων έχουν συχνά προεπιλεγεί, επιτρέποντας άμεση ενεργοποίηση χωρίς καθυστερήσεις.
Η στρατηγική αυτή δεν βασίζεται μόνο στην τεχνολογία, αλλά και σε άλλους παράγοντες, όπως η βαθιά γνώση του εδάφους και η ιδεολογική συνοχή των δυνάμεων. Το σύστημα λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να συνεχίσει τη δράση του ακόμη και σε συνθήκες έντονων απωλειών ή πιέσεων, κάτι που ενισχύει την αντοχή του στον χρόνο.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών και πληροφοριών από ευρωπαϊκές πηγές, το Ιράν έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα επιχειρησιακό μοντέλο που δεν στοχεύει στην άμεση υπεροχή, αλλά στη φθορά του αντιπάλου. Η δυνατότητα διατήρησης σταθερού ρυθμού επιθέσεων για μεγάλα χρονικά διαστήματα ενισχύει την προοπτική ενός παρατεταμένου πολέμου, στον οποίο η αντοχή αποδεικνύεται εξίσου σημαντική με την ισχύ.
Το συμπέρασμα που διαμορφώνεται είναι σαφές. Οι υπόγειες βάσεις δεν αποτελούν απλώς αμυντική επιλογή, αλλά έναν κεντρικό πυλώνα της ιρανικής στρατηγικής. Ένα σύστημα που συνδυάζει γεωγραφία, τεχνολογία και τακτική ευελιξία, δημιουργώντας μια δύναμη που δύσκολα εξουδετερώνεται και ακόμη πιο δύσκολα αγνοείται.