Στις 11:40 το βράδυ της 14ης Απριλίου 1912, ο 24χρονος ναύτης Φρέντερικ Φλιτ βρισκόταν σε σκοπιά στο παρατηρητήριο του υπερωκεάνιου Τιτανικός. Λίγα λεπτά αργότερα, θα γινόταν ο άνθρωπος που εντόπισε πρώτος το παγόβουνο που οδήγησε στο πιο διάσημο ναυάγιο της ιστορίας.
Ο Φλιτ χτύπησε τρεις φορές το καμπανάκι συναγερμού και ειδοποίησε τη γέφυρα με τη φράση:
«Παγόβουνο, ακριβώς μπροστά».
Παρά την έγκαιρη προειδοποίηση, το πλοίο δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση. Περισσότεροι από 1.500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, όταν ο Τιτανικός βυθίστηκε στα παγωμένα νερά του Βόρειου Ατλαντικού.
Ο Φλιτ διασώθηκε με τη σωσίβια λέμβο Νο 6. Στις επίσημες έρευνες που ακολούθησαν τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατέθεσε ότι οι σκοποί του πλοίου δεν είχαν στη διάθεσή τους κιάλια. Σύμφωνα με τον ίδιο, αν υπήρχε ο κατάλληλος εξοπλισμός, το παγόβουνο θα μπορούσε να είχε εντοπιστεί νωρίτερα, επιτρέποντας στο πλοίο να αλλάξει πορεία εγκαίρως.
Οι μεταγενέστερες ιστορικές αναλύσεις συμφωνούν ότι η ευθύνη για την καταστροφή δεν βάρυνε τον Φλιτ. Οι κρίσιμες αποφάσεις σχετικά με την ταχύτητα του πλοίου, τη διαδρομή, τον αριθμό των σωσίβιων λέμβων και τα μέτρα ασφαλείας είχαν ληφθεί από την ανώτερη διοίκηση της ναυτιλιακής εταιρείας.
Ωστόσο, ο Φλιτ έζησε για δεκαετίες με το ψυχολογικό βάρος της εμπειρίας. Μετά τον Τιτανικό, συνέχισε να εργάζεται στη θάλασσα, αλλά αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες και κοινωνική απομόνωση στα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Το 1965, σε ηλικία 77 ετών, ο Φρέντερικ Φλιτ αυτοκτόνησε. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, τα προβλήματα υγείας, η φτώχεια και το ανεπίλυτο τραύμα από το ναυάγιο συνέβαλαν καθοριστικά στην απόφασή του.
Η ιστορία του Φλιτ αναδεικνύει μια λιγότερο προβεβλημένη πτυχή μεγάλων καταστροφών: το μακροχρόνιο ανθρώπινο κόστος για όσους επέζησαν. Ενώ η μνήμη επικεντρώνεται συχνά στο ίδιο το γεγονός και στους αριθμούς των θυμάτων, οι συνέπειες για τους μάρτυρες και τους επιζώντες μπορεί να διαρκέσουν μια ολόκληρη ζωή.