«Δεν είναι πόλεμος της Ευρώπης…δεν υπάρχει διάθεση από τους Ευρωπαίους εταίρους». Η φράση της Ύπατης Εκπροσώπου της ΕΕ Κάγια Κάλας μετά τη συνάντηση των Ευρωπαίων υπουργών των Εξωτερικών απέναντι στο αίτημα του Ντόναλντ Τραμπ για στρατιωτική συνδρομή στο Στενό του Ορμούζ δεν ήταν απλώς μια διπλωματική αποστασιοποίηση, αλλά μια καθαρή αποτύπωση της στάσης των «27»και ταυτόχρονα μια ένδειξη ότι το χάσμα μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών διευρύνεται.

Η μονομερής απόφαση της Ουάσιγκτον να προχωρήσει, μαζί με το Ισραήλ, σε επιθέσεις κατά του Ιράν χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τους Ευρωπαίους συμμάχους, αιφνιδίασε τις πρωτεύουσες της ΕΕ και έθεσε εκ νέου το ερώτημα της εμπιστοσύνης. Αλλώστε δεν είναι η πρώτη φορά καθώς στους 15 μήνες της θητείας του ως πρόεδρος των ΗΠΑ ο Τραμπ έχει επανειλημμένα αμφισβητήσει τον ρόλο του ΝΑΤΟ, ενώ έχει ασκήσει πιέσεις για αύξηση των αμυντικών δαπανών με την απειλή ότι οι ΗΠΑ μπορεί και να αποχωρήσουν από τη Συμμαχία,  πιέσεις που οδήγησαν τελικά στη συμφωνία της Χάγης για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ. Το μοτίβο είναι σταθερό. Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί του δεν ξεχνούν τις απειλές για την επιβολή δασμών, αλλά και την πρόσφατη κρίση με τις απειλές που εξαπέλυσε για την προσάρτηση της Γροιλανδίας.

Advertisement
Advertisement

Το τελευταίο επεισόδιο της πολιτικής πίεσης-απειλής, ήρθε το βράδυ της Κυριακής όταν σε δηλώσεις του στους FT ζήτησε τη στρατιωτική συνδρομή του ΝΑΤΟ στις αμερικανικές επιχειρήσεις στα Στενά του Ορμούζ. Μόνο που ο Αμερικανός πρόεδρος έθεσε το αίτημά του με όρους σχεδόν τελεσίγραφου, προειδοποιώντας ότι μια αρνητική απάντηση από τους συμμάχους θα ήταν «πολύ κακή για το μέλλον του ΝΑΤΟ». Βέβαια, το ΝΑΤΟ αποτελεί κατεξοχήν αμυντική συμμαχία η οποία ενεργοποιείται σε περίπτωση επίθεσης κατά κράτους μέλους και όχι για επιχειρήσεις επιλογής εκτός πλαισίου συλλογικής άμυνας. Επίσης, συνέδεσε τη συνδρομή των συμμάχων με τη στήριξη που παρέχουν οι ΗΠΑ στην Ουκρανία. Δήλωση που αποκτά και αυτή ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς η οικονομική βοήθεια των 90 δισ. ευρώ προς το Κίεβο παραμένει μπλοκαρισμένη λόγω του βέτο της Ουγγαρίας.

Ως εκ τούτου το μήνυμα του  Τραμπ είχε αποδέκτη την Ευρώπη αφού από τις 32 χώρες, που συγκροτούν το ΝΑΤΟ οι 23 είναι κράτη μέλη της ΕΕ.

Βάσει όλου αυτού του βεβαρημένου ιστορικού το αίτημα του Αμερικανόυ προέδρου εκλήφθηκε λιγότερο ως πρόσκληση συνεργασίας και περισσότερο ως απειλή, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η διατλαντική σχέση αποκτά ολοένα και πιο συναλλακτικά χαρακτηριστικά, με άνισους όμως όρους.

Όλα αυτά έχουν δηλητηριάσει τις διατλαντικές σχέσεις, αλλά η ευρωπαϊκή άρνηση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι προέκυψε μόνο ως αντίδραση.

Η ευρωπαϊκή απάντηση υπήρξε σαφής και εν πολλοίς τεκμηριωμένη. Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο απέρριψαν κάθε ενδεχόμενο στρατιωτικής εμπλοκής ή αποστολής στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ για το Ορμούζ, ενώ η Ιταλία, η Ισπανία και το Λουξεμβούργο προειδοποίησαν ότι μια τέτοια κίνηση θα οδηγούσε την Ευρώπη σε έναν πόλεμο στον οποίο δεν έχει κληθεί να συμμετάσχει.

Και το Βέλγιο, συντάχθηκε με τους υπόλοιπους εταίρους του με τον πρωθυπουργό να ξεκαθαρίζει ότι «δεν θα συμμετάσχει στον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν», αφήνοντας ωστόσο ανοιχτό το ενδεχόμενο εξέτασης αιτημάτων μόνο στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ ή διμερών συνεννοήσεων. Η επιφυλακτικότητα αποτυπώνεται και στην πράξη: τουλάχιστον ένα πλοίο με βελγική σημαία παραμένει εγκλωβισμένο κοντά στο Ορμούζ, ενώ ναυτιλιακές εταιρείες αποφεύγουν να δώσουν λεπτομέρειες για λόγους ασφαλείας και προειδοποιούν ότι ακόμη και η στρατιωτική συνοδεία δεν εγγυάται προστασία απέναντι σε απειλές όπως τα drones.

Advertisement

Στο ίδιο μήκος κύματος και η Ελλάδα όπου χθες ο Έλληνας ΥΠΕΞ ξεκαθάρισε ότι στηρίζει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, αλλά «δεν είναι στην πρόθεση της χώρας να εμπλακεί στον πόλεμο». Επίσης, σήμερα από τη Γερμανία δήλωσε ότι η Ελλάδα δεν υποστηρίζει καμία μεμονωμένη συμφωνία που θα επέτρεπε στα πλοία να εισέρχονται και να εξέρχονται από το Στενό του Ορμούζ, αλλά επιθυμεί μια βιώσιμη λύση για τη διαφύλαξη της ειρήνης στην περιοχή.

Ακόμη και εκτός Ευρώπης, η εικόνα ήταν αντίστοιχη. Η Ιαπωνία και η Αυστραλία, παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, απέκλεισαν την αποστολή στρατιωτικών μέσων, ενισχύοντας την εικόνα μιας ευρύτερης επιφυλακτικότητας απέναντι στην αμερικανική πρωτοβουλία.

Η επιφυλακτικότητα αυτή δεν αφορά μόνο τον κίνδυνο στρατιωτικής κλιμάκωσης, αφορά και την ασφάλεια στο εσωτερικό της Ευρώπης.

Advertisement

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και αναλυτές προειδοποιούν ότι μια βαθύτερη εμπλοκή θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο επιθέσεων εντός της Ένωσης, καθώς το Ιράν διαθέτει δίκτυα εν υπνώσει και συνεργαζόμενες ομάδες που μπορούν να ενεργοποιηθούν ανά πάσα στιγμή. Σύμφωνα με εκτιμήσεις υπηρεσιών ασφαλείας, τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί πολλαπλές απόπειρες ή σχέδια επιθέσεων που συνδέονται με ιρανικές δομές στην Ευρώπη.

Αναλυτές αναφέρουν στον Euobserver ότι μόνο πέρυσι, η βρετανική υπηρεσία πληροφοριών MI5 εντόπισε 25 ιρανικές συνωμοσίες εναντίον του Ηνωμένου Βασιλείου.

Μόλις χθες, 16 Μαρτίου λίγες ημέρες πριν από τη δέκατη επέτειο των τρομοκρατικών επιθέσεων στις Βρυξέλλες, η βελγική κυβέρνηση αποφάσισε την ανάπτυξη δυνάμεων του στρατού και της ομοσπονδιακής αστυνομίας για την προστασία στόχων που συνδέονται με την εβραϊκή κοινότητα, μετά τα πρόσφατα αντισημιτικά περιστατικά σε Βέλγιο, Νορβηγία και Ολλανδία. Τα αυξημένα μέτρα ασφαλείας θα εφαρμοστούν άμεσα, με ενίσχυση της φύλαξης σε συναγωγές και εβραϊκά σχολεία, όπως ανακοίνωσαν τη Δευτέρα ο υπουργός Εσωτερικών Μπερνάρ Κεντέν και ο υπουργός Άμυνας Τεό Φράνκεν.

Advertisement

Είναι ξεκάθαρο ότι ευρωπαϊκές αρχές αντιμετωπίζουν πλέον την κρίση όχι μόνο ως εξωτερική απειλή, αλλά και ως ζήτημα εσωτερικής ασφάλειας  και αυτό είναι βέβαιο ότι ισχύει και για άλλες χώρες που ανήκουν και στον Ευρωπαϊκό νότο.

Άρα, εύλογα θα διερωτηθεί κάποιος, η Ευρώπη διαμορφώνει την εξωτερική της πολιτική λόγω του φόβου που ορισμένες ομάδες στο εσωτερικό των κρατών μπορούν να προβούν σε επιθετικές ενέργειες;

Σίγουρα οι ηγεσίες το λαμβάνουν υπόψη τους, όμως υπάρχουν έντονες ανησυχίες και στο στρατιωτικό επίπεδο.

Advertisement

Αν και είναι κοινή λογική, πηγές με γνώση των επιχειρησιακών σχεδιασμών επισημαίνουν ότι η ανάπτυξη ναυτικών δυνάμεων σε ένα στενό και γεωγραφικά περιορισμένο πέρασμα όπως το Ορμούζ θα δημιουργούσε εξαιρετικά ευάλωτες συνθήκες με τα πλοία να είναι εκτεθειμένα σε μαζικές επιθέσεις με ότι συνεπάγεται αυτό όσον αφορά το ρίσκο απωλειών και κατ΄επέκταση μια ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.

Advertisement

Γι΄αυτό και η ΕΕ επιμένει στη λύση δια της διπλωματικής οδού αλλά με ταυτόχρονη ενίσχυση των υφιστάμενων  αποστολών της, αντί να ανοίξει νέο μέτωπο.

Στο προσχέδιο συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που έχει δει η HuffPost και ενδέχεται να τροποποιηθεί, οι «27» υπογραμμίζουν τον ρόλο των επιχειρήσεων ASPIDES και ATALANTA και χαιρετίζουν την ενίσχυσή τους με πρόσθετα μέσα. Η έμφαση παραμένει στην άμυνα και στην προστασία της ναυσιπλοΐας, όχι στην επέκταση της αποστολής στο Ορμούζ. Προειδοποιεί δε ότι οποιαδήποτε διαταραχή στο Στενό του Ορμούζ από όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου θα έχει σοβαρές συνέπειες για τις αγορές. Οι επιπτώσεις επεκτείνονται και στις εφοδιαστικές αλυσίδες, από τα λιπάσματα έως τα τρόφιμα, ενισχύοντας τον κίνδυνο μιας ευρύτερης επισιτιστικής κρίσης.

Στο πλαίσιο αυτό, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με  επισημαίνει ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για πρωτοβουλίες που θα διασφαλίσουν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στην περιοχή, ενώ αναφέρει ότι η Γαλλία εξετάζει ακόμη και τη δυνατότητα συνοδείας εμπορικών πλοίων όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες ασφαλείας.

Advertisement

Επιπλέον, η παρουσία ευρωπαϊκών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο, ιδίως γύρω από την Κύπρο, εντάσσεται σε αυτή τη λογική αποτροπής και προστασίας. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, η μεταφορά αυτών των μέσων προς τον Περσικό Κόλπο θα δημιουργούσε κενό ασφαλείας πιο κοντά στην Ευρώπη.

Μπορεί λοιπόν η ευρωπαϊκή στάση να μην είναι απλώς μια άρνηση, ή φόβος αλλά αυτό το οποίο με βεβαιότητα  μπορεί να ειπωθεί είναι ότι το ρήγμα στη διατλαντική σχέση έχει μεγαλώσει επικίνδυνα και στα Στενά του Ορμούζ δοκιμάζονται για ακόμη μια φορά τα όρια της ευρωπαϊκής στρατηγικής, η συνοχή της Δύσης και η ίδια η έννοια της συμμαχίας. Η πορεία της Ενωσης προς της στρατηγική της αυτονομία και η ανάπτυξη της αμυντικής της βιομηχανίας είναι πλέον μονόδρομος.