Ο Ντόναλντ Τραμπ ανοίγει ξανά μέτωπο με το ΝΑΤΟ, συνδέοντας ευθέως τη στάση των Ευρωπαίων συμμάχων απέναντι στον πόλεμο με το Ιράν με το ενδεχόμενο μιας αμερικανικής αποστασιοποίησης από τη Συμμαχία. Και το κάνει τη στιγμή που στο εσωτερικό των ΗΠΑ ενισχύεται η πίεση για γρήγορη απεμπλοκή από τη σύγκρουση.

Ο Τραμπ δήλωσε και πάλι ότι εξετάζει σοβαρά την αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τη Συμμαχία «χάρτινη τίγρη», σε μια ακόμη επίθεση κατά του ευρωατλαντικού πλαισίου ασφαλείας που εδώ και χρόνια αντιμετωπίζει με εμφανή καχυποψία. Η νέα αυτή παρέμβαση δεν έρχεται σε πολιτικό κενό: εντάσσεται στην έντονη αμερικανική δυσαρέσκεια προς ευρωπαϊκές χώρες που δεν στήριξαν στρατιωτικά ή υλικοτεχνικά την αμερικανική εμπλοκή κατά του Ιράν.

Advertisement
Advertisement

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να επανεξετάσουν τη σχέση τους με το ΝΑΤΟ μετά το τέλος του πολέμου, ενώ την ίδια ώρα διαβεβαίωνε ότι η Ουάσιγκτον «βλέπει την τελική ευθεία» και ότι η στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε δύο με τρεις εβδομάδες. Η σύνδεση των δύο θεμάτων μόνο τυχαία δεν μοιάζει: για τον Λευκό Οίκο, η στάση των συμμάχων στην ιρανική κρίση μετατρέπεται σε τεστ αξιοπιστίας για την ίδια τη Συμμαχία.

Το πολιτικό ενδιαφέρον, ωστόσο, βρίσκεται και στο εσωτερικό μέτωπο. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, το 66% των Αμερικανών θέλει οι ΗΠΑ να επιδιώξουν το ταχύτερο δυνατό τον τερματισμό της εμπλοκής τους στον πόλεμο με το Ιράν, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι δεν θα επιτευχθούν όλοι οι στόχοι της κυβέρνησης Τραμπ. Μόλις το 27% τάσσεται υπέρ της συνέχισης των επιχειρήσεων μέχρι την πλήρη επίτευξη των αμερικανικών στόχων.

Η ίδια έρευνα δείχνει επίσης ότι ο πόλεμος αρχίζει να μετριέται από τους πολίτες με όρους καθημερινότητας και κόστους. Πάνω από τους μισούς συμμετέχοντες εκτιμούν ότι η σύγκρουση θα έχει κυρίως αρνητικές συνέπειες για την προσωπική τους οικονομική κατάσταση, ενώ δύο στους τρεις προβλέπουν περαιτέρω αύξηση στις τιμές των καυσίμων. Ήδη, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Reuters, η τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ ξεπέρασε τα 4 δολάρια το γαλόνι για πρώτη φορά εδώ και περισσότερα από τρία χρόνια.

Αυτή ακριβώς η πίεση εξηγεί γιατί η νέα επίθεση του Τραμπ στο ΝΑΤΟ έχει ευρύτερη πολιτική σημασία. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν επιχειρεί απλώς να τιμωρήσει συμμάχους που δεν ευθυγραμμίστηκαν με την Ουάσιγκτον. Επιχειρεί και να μεταθέσει το βάρος της κρίσης προς την Ευρώπη, παρουσιάζοντας τις ΗΠΑ ως δύναμη που πλήρωσε δυσανάλογο κόστος σε μια σύγκρουση χωρίς επαρκή συμμαχική κάλυψη. Σε αυτό το αφήγημα, το ΝΑΤΟ δεν εμφανίζεται ως ασπίδα συλλογικής ασφάλειας, αλλά ως ένας μηχανισμός που –κατά τον Τραμπ– δεν ανταποδίδει.

Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που ο Τραμπ αμφισβητεί δημοσίως τη χρησιμότητα ή την αξιοπιστία της Συμμαχίας. Μόλις στις 27 Μαρτίου είχε δηλώσει ότι οι ΗΠΑ «δεν χρειάζεται να είναι εκεί για το ΝΑΤΟ», επαναφέροντας αμφιβολίες ακόμη και για τον πυρήνα της συλλογικής άμυνας. Η σημερινή τοποθέτηση, όμως, είναι πιο αιχμηρή, επειδή έρχεται μέσα σε ενεργό πολεμικό περιβάλλον και συνδέεται με μια συγκεκριμένη κρίση, το Ιράν, που ήδη δοκιμάζει τις ατλαντικές ισορροπίες.

Το αποτέλεσμα είναι ένα διπλό μήνυμα με αποδέκτες και εντός και εκτός ΗΠΑ: προς την Ευρώπη, ότι η αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας δεν είναι δεδομένη· και προς το αμερικανικό εκλογικό σώμα, ότι ο Τραμπ ακούει τη λαϊκή κόπωση για έναν πόλεμο που ακριβαίνει την καθημερινότητα. Αν αυτή η ρητορική είναι διαπραγματευτική πίεση ή προαναγγελία βαθύτερης ρήξης με το ΝΑΤΟ, θα φανεί σύντομα. Προς το παρόν, όμως, η Συμμαχία βρίσκεται ξανά στο στόχαστρο ενός προέδρου που μοιάζει αποφασισμένος να μετατρέψει την κρίση με το Ιράν σε καταλύτη για μια συνολικότερη αναθεώρηση των αμερικανικών δεσμεύσεων.