Η ιστορία της Τζέιμι Λι Άροου αποτελεί μία από τις πιο ανατριχιαστικές και σοκαριστικές αφηγήσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια. Ο πατέρας της έγινε γνωστός ως «ο κανίβαλος της Σκάρα», έπειτα από τη δολοφονία και τον αποκεφαλισμό της συντρόφου του το 2010, σε μια υπόθεση που συγκλόνισε ολόκληρη την Σουηδία.
Για την τότε μικρή Τζέιμι, όμως, η τραγωδία δεν ήταν απλώς ένα θέμα που κυριαρχούσε στα πρωτοσέλιδα. Ήταν η ολοκληρωτική κατάρρευση στην ζωή της. Ο πατέρας της Τζέιμι, Ισάκιν Ντράμπαντ, είχε χωρίσει από τη μητέρα της όταν εκείνη ήταν ακόμη πολύ μικρή. Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο γύρω από την υπόθεση, η καθημερινότητά της άλλαξε ριζικά.
«Δεν μου επιτρεπόταν να βλέπω τηλεόραση. Δεν μου επιτρεπόταν να ακούω ραδιόφωνο, δεν μου επιτρεπόταν να πηγαίνω σε καταστήματα. Δεν μου επιτρεπόταν να πηγαίνω στο σχολείο για ένα μήνα. Κρατούσαν τις κουρτίνες κλειστές επειδή οι γείτονες που περνούσαν προσπαθούσαν να κρυφοκοιτάξουν», θυμάται η Τζέιμι.
Οι φρικιαστικές αποκαλύψεις της υπόθεσης
Οι πολίτες πληροφορήθηκαν μέσα από δημοσιεύματα πως ο δράστης χρησιμοποίησε το ίδιο μαχαίρι για να αποκεφαλίσει τη σορό και να σκίσει τα ρούχα του θύματος. Σύμφωνα με την Mirror, ο δράστης τεμάχισε το σώμα με πριόνι και τσεκούρι, ενώ κομμάτια σάρκας από τα άκρα τα τηγάνισε με γαρνιτούρα από φύλλα κάνναβης.
Η Τζέιμι θυμάται πώς η μητέρα της προσπαθούσε απεγνωσμένα να την προστατεύσει από τη φρικτή αλήθεια για τον πατέρα της. «Μια μέρα η μαμά μου με πήγε στο μαγαζί… Και ξαφνικά είδα το πρόσωπο του μπαμπά μου σε όλη την πρώτη σελίδα της μεγαλύτερης εφημερίδας της Σουηδίας» περιγράφει.
Την περίοδο εκείνη, η μικρή Τζέιμι δεν γνώριζε καν τι σημαίνει η λέξη «κανίβαλος». Παρότι η μητέρα της προσπαθούσε να την προστατεύσει από τη σκληρή πραγματικότητα, όταν απέκτησε πρόσβαση σε υπολογιστή άρχισε να ψάχνει στο διαδίκτυο για να καταλάβει το νόημά της. «Έπρεπε να σταματήσω, γιατί ήταν πολύ βίαιο και αηδιαστικό. Απλά δεν μπορούσα να δεχτώ ότι ο μπαμπάς μου είχε καμία σχέση με αυτή τη λέξη».
Η ζωή του κανίβαλου πατέρα στη φυλακή
Ακόμη και μετά την καταδίκη του για τη δολοφονία και τη μεταφορά του σε ψυχιατρικό ίδρυμα, ο Ντράμπαντ συνέχισε να απασχολεί τα μέσα ενημέρωσης. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο Περιφερειακό Νοσοκομείο Karsudden, ανέπτυξε σχέση με μία άλλη τρόφιμο που είχε διαπράξει φόνο.
Παράλληλα, δημιούργησε blog όπου απαντούσε σε ερωτήσεις του κοινού σχετικά με τα εγκλήματά του. «Οι περισσότεροι άνθρωποι λένε σε κάποιο σημείο της ζωής τους ότι δεν θα σκότωναν ποτέ κάποιον άλλο, αλλά αν το έχεις κάνει, δεν είναι πια μεγάλο θέμα», έγραψε σε ένα από τα άρθρα του.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.Advertisement
Επιπλέον, άνοιξε ηλεκτρονικό κατάστημα στο οποίο πουλούσε κούκλες βουντού, υπογεγραμμένες με αίμα και με τη φράση: «Με λένε κανίβαλο της Σκάρα». Όταν ως έφηβη πλέον η Τζέιμι αποφάσισε να επισκεφθεί τον πατέρα της στη φυλακή, εκείνος της χάρισε μία από αυτές τις κούκλες βουντού. Μάλιστα της είπε ότι θα σκότωνε τα παιδιά που την εκφόβιζαν στο σχολείο.
Η ίδια εξηγεί πως περνούσε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο: «Στο σχολείο μου έκαναν bullying λόγω του πατέρα μου. Με αποκαλούσαν “η κόρη του κανίβαλου”. Έτσι με γνώριζαν όλοι, κανείς δεν με γνώριζε ως Τζέιμι. Ήμουν απλώς η κόρη του κανίβαλου», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η πίεση αυτή την οδήγησε σε λάθος δρόμους. «Έφυγα από το σχολείο όταν ήμουν 14 ετών και άρχισα να κάνω παρέα με λάθος άτομα και να παίρνω ναρκωτικά… Η κατάσταση χειροτέρεψε πολύ και στα 15 μου ήμουν πλήρως εθισμένη», λέει.
Σατανιστική τελετή στις φυλακές – «Δεν ξέρω τι θα κάνω, θέλω να πεθάνω»
Σε μια από τις επισκέψεις της στον πατέρα της, η Τζέιμι του εξομολογήθηκε πως δεν άντεχε άλλο. «Δεν ξέρω τι να κάνω, θέλω να πεθάνω. Αν δεν αλλάξει κάτι τώρα θα αυτοκτονήσω».
Τότε εκείνος της απάντησε «υπάρχει μόνο μία λύση» και «μου περιέγραψε μία τελετή λέγοντας πως αν την κάνω μαζί του, όλα θα άλλαζαν. Θα ήμουν χαρούμενη, πετυχημένη και θα έπαιρνα οτιδήποτε επιθυμούσα». Όπως λέει η ίδια, επρόκειτο για σατανιστική τελετή.
«Ήταν μια τελετή που θα πουλούσα την ψυχή μου στον διάβολο. Μου είπε να κάτσω κάτω, κράτησε τα χέρια μου και ήμασταν αντικριστά. Ενώ κρατούσαμε ο ένας τα χέρια του άλλου, μου είπε να κλείσω τα μάτια μου, κάτι που έκανα. Μου είπε να επαναλαμβάνω μετά από αυτόν και άρχισε να λέει λέξεις, απευθυνόμενος στον διάβολο. Διήρκησε περίπου δέκα λεπτά…».
Η εμπειρία αυτή την τρόμαξε βαθιά. «Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω φοβηθεί τόσο. Ήξερα ότι σε οποιαδήποτε στιγμή θα άρχιζα να τα ακούω και δεν υπήρχε τρόπος να το σταματήσω. Ήταν αργά, είχα πουλήσει την ψυχή μου στον διάβολο».
Η αντίδραση της μητέρας της
Όταν επέστρεψε σπίτι, ήταν σε κατάσταση πανικού. «Γύρισα σπίτι στη μαμά μου τρέμοντας και κοιτούσα το πάτωμα. Η μητέρα μου με ρώτησε τι συνέβη… Θυμάμαι να κάθομαι κουλουριασμένη στον καναπέ τρέμοντας». Η μητέρα της προσπάθησε να την καθησυχάσει: «Τζέιμι, ο πατέρας σου δεν μπορεί να σε μετατρέψει σε αυτό που είναι. Είσαι αγάπη και φως, ποτέ δεν θα είσαι το σκοτάδι που είναι εκείνος».
Τα λόγια αυτά έμειναν χαραγμένα στη μνήμη της. Μετά το περιστατικό, η σχέση τους επιδεινώθηκε σημαντικά. «Δεν του μιλούσα για δύο-τρεις εβδομάδες, δεν απαντούσα». Τελικά τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι δεν ήθελε να συμμετέχει ξανά σε τέτοιες πρακτικές. Εκείνος της απάντησε πως το έκανε για να την κάνει να καταλάβει ότι δεν θέλει να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.
Ωστόσο, αργότερα της έστειλε ένα απειλητικό μήνυμα. «Μου έστειλε ένα μακρύ, διεστραμμένο, αρρωστημένο μήνυμα, στο οποίο ουσιαστικά απειλούσε εμένα και την οικογένειά μου αν επικοινωνούσα ξανά».
Το γεγονός αυτό οδήγησε την Τζέιμι να διακόψει οριστικά κάθε επαφή μαζί του. Παρότι την πλήγωσε, το μήνυμα αυτό της έδωσε και μια αίσθηση τελικής απελευθέρωσης. «Μου έδωσε την κατάληξη που χρειαζόμουν. Ήταν σαν να το χρειαζόμουν για να καταλάβω πόσο άρρωστο είναι όλο αυτό».
Η ίδια παραδέχεται πως είναι πολύ δύσκολο να θρηνείς έναν άνθρωπο που βρίσκεται ακόμη στη ζωή. Σε ερώτηση για το αν αγαπά ακόμη τον πατέρα της απάντησε: «Νομίζω είναι αδύνατο να σταματήσεις να αγαπάς τον γονιό σου». Σήμερα, η Τζέιμι δηλώνει ότι η μεγαλύτερη αποστολή της είναι να προστατεύσει τα δικά της παιδιά από όσα βίωσε.
«Θέλω να δώσω στα παιδιά μου ό,τι δεν είχα. Θέλω να τους δώσω ασφάλεια, απεριόριστη αγάπη. Δεν θέλω ποτέ να έρθουν σε επαφή με οποιαδήποτε μορφή σκοταδιού. Τα παιδιά μου ήρθαν ως αγάπη και φως και έτσι θα φύγουν», τόνισε.
Το έγκλημα που συγκλόνισε την Σουηδία
Παρά τα όσα συνέβαιναν, η Τζέιμι διατηρούσε επαφή με τον πατέρα της και είχε δεθεί ιδιαίτερα με τη νέα του σύντροφο, Χέλε Κρίστενσεν, την οποία θεωρούσε σαν δεύτερη μητέρα. Ωστόσο, η σχέση της Χέλε με τον Ισάκιν ήταν τοξική και συχνά βίαιη. Ως παιδί, η Τζέιμι είχε γίνει μάρτυρας πολλών συγκρούσεων μεταξύ τους.
Κάποια στιγμή η Χέλε της είχε πει: «Απόλαυσε το γεύμα σου… Αυτή είναι η τελευταία φορά που θα σου μαγειρέψω, γιατί ο Ισάκιν θα με σκοτώσει». Δυστυχώς, η προειδοποίηση αυτή αποδείχθηκε προφητική. Τον Νοέμβριο του 2010, ο Ντράμπαντ, που δήλωνε σατανιστής, αποκεφάλισε τη σύντροφό του και κατανάλωσε κομμάτια από τη σορό της.
Σε μια συγκλονιστική συνέντευξη στο LadBible, η Τζέιμι εξήγησε πως η μητέρα της προσπαθούσε απεγνωσμένα να την προστατεύσει από την αλήθεια. «Η ζωή που ήξερα, δεν υπήρχε πια», κατέληξε για μια υπόθεση που συγκλόνισε ολόκληρη την Σουηδία.