Ο Τζέρεμι Μικς, ο άνδρας που έγινε παγκόσμιο viral φαινόμενο το 2014 όταν η φωτογραφία της σύλληψής του κατέκλυσε τα social media, μιλά ξανά για τη σκοτεινή πλευρά εκείνης της αναπάντεχης διασημότητας. Σήμερα, με καριέρα στο μόντελινγκ, συμμετοχές στη μόδα και μια αυτοβιογραφία ήδη στην αγορά, περιγράφει πώς η φήμη τον βρήκε ενώ ήταν ακόμη στη φυλακή, με εκατοντάδες γράμματα, γυμνές φωτογραφίες, επιταγές, αλλά και, όπως λέει, ξυλοδαρμούς από σωφρονιστικούς υπαλλήλους.
Ο Μικς έγινε γνωστός σχεδόν μέσα σε ένα βράδυ, όταν το mugshot του από τη σύλληψή του στο Στόκτον της Καλιφόρνια έκανε τον γύρο του διαδικτύου το καλοκαίρι του 2014. Η εικόνα του, με τα γαλανά μάτια και τα έντονα χαρακτηριστικά, τον μετέτρεψε από αστυνομικό δελτίο σε pop culture φαινόμενο, χαρίζοντάς του τα προσωνύμια «Hot Felon» και «Prison Bae».
Σύμφωνα με όσα είπε ο ίδιος στο podcast Inside True Crime, η έκρηξη αυτής της φήμης τον βρήκε ενώ κρατούνταν ακόμη. Όπως περιέγραψε, μέσα σε λίγες ημέρες άρχισε να λαμβάνει περίπου 300 γράμματα την ημέρα, μαζί με χρήματα, επιταγές και γυμνές φωτογραφίες. Το φαινόμενο, που από έξω έμοιαζε σχεδόν με διαδικτυακή φαντασίωση, για τον ίδιο μεταφράστηκε σε χάος και πίεση μέσα στη φυλακή.
Η πιο σκληρή πλευρά, σύμφωνα με τον Μικς, δεν ήταν μόνο η αμηχανία της ξαφνικής δημοσιότητας, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή επηρέασε την καθημερινότητά του ως κρατούμενου. Υποστήριξε ότι σωφρονιστικοί υπάλληλοι τον κακοποιούσαν, ενώ περιέγραψε και τις εμφανίσεις του στο δικαστήριο ως ένα σκηνικό που «θύμιζε ζωολογικό κήπο», με δημοσιογράφους να τσακώνονται για μια καλύτερη λήψη. Παράλληλα, είπε ότι άγνωστοι έκλειναν τις περιορισμένες επισκέψεις που δικαιούταν, με αποτέλεσμα η οικογένειά του να μένει απέξω.
Αυτό είναι και το στοιχείο που κάνει την ιστορία του να ξεφεύγει από την εύκολη, σχεδόν σατιρική, ανάγνωση του «ωραίου εγκληματία». Γιατί πίσω από την αισθητικοποίηση ενός mugshot, ο ίδιος περιγράφει μια πραγματικότητα εγκλεισμού όπου η προβολή δεν λειτούργησε ως προνόμιο, αλλά ως νέα μορφή έκθεσης. Η δημόσια εικόνα του μεγάλωνε, τη στιγμή που ο ίδιος παρέμενε εγκλωβισμένος σε ένα σύστημα που, όπως λέει, έγινε ακόμη πιο εχθρικό απέναντί του. Η παρατήρηση αυτή προκύπτει από τον συνδυασμό των πρόσφατων δηλώσεών του με το πώς καταγράφηκε τότε το φαινόμενο της viral φωτογραφίας του.
Μετά την αποφυλάκισή του το 2016, ο Μικς πέρασε πράγματι στον κόσμο της μόδας. Υπέγραψε με πρακτορείο, έκανε το ντεμπούτο του στην πασαρέλα του Philipp Plein στη Νέα Υόρκη το 2017 και στη συνέχεια έχτισε μια δεύτερη δημόσια ταυτότητα, αυτή του μοντέλου και ηθοποιού. Μετέπειτα δημοσιεύματα καταγράφουν ότι περπάτησε και για άλλα μεγάλα ονόματα της μόδας, ενώ εμφανίστηκε και σε κινηματογραφικές παραγωγές.
Τα τελευταία χρόνια επιχείρησε να ξαναπάρει τον έλεγχο της αφήγησης γύρω από το πρόσωπό του. Το 2024 κυκλοφόρησε η αυτοβιογραφία του Model Citizen, όπου, σύμφωνα με την παρουσίαση του βιβλίου, μιλά για τη φτώχεια, τη βία, τις συμμορίες, τη φυλακή και τις καμπές που άλλαξαν τη ζωή του. Στο ίδιο πλαίσιο, έχει αναφερθεί και στη ζωή του ως πατέρας δύο παιδιών και στην προσπάθειά του να εστιάσει περισσότερο στην προσωπική του σταθερότητα.
Έντεκα και πλέον χρόνια μετά τη φωτογραφία που τον έκανε διάσημο, ο Τζέρεμι Μικς παραμένει ένα παράδοξο σύμβολο της ψηφιακής εποχής: ένας άνθρωπος που αναδείχθηκε από έναν αστυνομικό φάκελο σε fashion πρόσωπο, αλλά τώρα επιμένει να θυμίζει ότι πίσω από τον μύθο υπήρχε μια πολύ πιο βίαιη και σύνθετη εμπειρία. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό νέο στοιχείο της ιστορίας του σήμερα: όχι η μεταμόρφωση από κρατούμενος σε μοντέλο, αλλά η απόπειρα να εξηγήσει τι κόστισε πραγματικά αυτή η μεταμόρφωση