Φώτης Απέργης: Ο δημόσιος λόγος των Χατζιδάκι, Σαββόπουλου, Τζάγκερ αποτελεί μέρος της ζωής μου

Ο δημοσιογράφος, μουσικός παραγωγός και υπεύθυνος των μουσικών σταθμών της ΕΡΤ μιλά για το νέο βιβλίο με μερικές από τις σημαντικότερες συνεντεύξεις του επαγγελματικού του βίου.
Διονύσης Σαββόπουλος - Φώτης Απέργης
Διονύσης Σαββόπουλος - Φώτης Απέργης
Εκδόσεις Αγκυρα

Υπήρξε μια εποχή στη δημοσιογραφία πριν από τριάντα και πλέον χρόνια που το ρεπορτάζ γινόταν στο δρόμο. Τα κείμενα γράφονταν στην γραφομηχανή - κάτι που άφηνε ελάχιστα περιθώρια για λάθος. Οι συνεντεύξεις γίνονταν δια ζώσης. Οι απομαγνητοφωνήσεις από το κασετοφωνάκι έμοιαζαν ατέλειωτες. Η ειδίκευση στο ρεπορτάζ ήταν προϋπόθεση. Κι ο κόπος για το «αποκλειστικό» μεγάλος. Περίμενε κανείς να ξημερώσει η επόμενη μέρα για να δει το κομμάτι του στημένο στην εφημερίδα που εξακολουθούσε να παραμένει από τα κύρια μέσα πληροφόρησης της εποχής. Κι όταν είχε «βγάλει» κάτι που δεν το είχαν οι άλλες εφημερίδες και συνάδελφοι, αυτή ήταν η μεγαλύτερη δικαίωση στα μάτια του αρχισυντάκτη του.

Σ αυτές τις συνθήκες, ένας από τους πιο πετυχημένους συντάκτες του, μεταξύ άλλων, μουσικού ρεπορτάζ της Ελευθεροτυπίας (ξεκίνησε το 1982 και το 1999 ανέλαβε υπεύθυνος του Πολιτιστικού τμήματος του Κυριακάτικου φύλου της εφημερίδας και στη συνέχεια αρχισυντάκτης του ένθετου περιοδικού Επτά), ραδιοφωνικός παραγωγός και σήμερα υπεύθυνος των μουσικών σταθμών της ΕΡΤ, Φώτης Απέργης, έκανε συνέντευξη στον Μάνο Χατζιδάκι.

Τριάντα δύο χρόνια μετά από την συνέντευξη εκείνη για την ιστορική Ελευθεροτυπία, η «ατάκα» που ο Χατζιδάκις πρότεινε στον Απέργη για την περιγραφή των όσων ειπώθηκαν βρίσκεται σε τέτοια ισχύ ακόμα ώστε να δώσει τον τίτλο του νέου βιβλίου του τελευταίου: «Γίνεται παρεξήγηση και δίνουν την εξήγηση» (εκδόσεις Αγκυρα).

Το εξώφυλλο του βιβλίου
Το εξώφυλλο του βιβλίου
Εκδόσεις Αγκυρα

«Υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο καλλιτέχνημα και το εμπόρευμα», είχε πει συγκεκριμένα ο Μάνος Χατζιδάκις. «Το πρώτο παρασκευάζεται για να καταναλωθεί. Το δεύτερο πολύ λιγότερο, ή καθόλου επιτυχές για εμπορία, όμως η ειλικρίνεια των προθέσεών του, του προσδίδει αυθεντικότητα και σοβαρότητα. Δυστυχώς η λέξη ”τραγούδι” χρησιμοποιείται και στις δυο περιπτώσεις. Γι′ αυτό αναγκαζόμαστε κάθε τόσο να κάνουμε διευκρινήσεις».

Κάπως έτσι καλλιτέχνης και δημοσιογράφος ολοκλήρωσαν τη συζήτησή τους. Είχε κάποια ιδέα ο πρώτος για τον τίτλο της συνέντευξης που θα δημοσιευόταν στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία; «Γίνεται παρεξήγηση και δίνω την εξήγηση», είχε πει.

Ο Φώτης Απέργηςπαίρνει συνέντευξη από τον Πάκο ντε Λουτσία το 1985
Ο Φώτης Απέργηςπαίρνει συνέντευξη από τον Πάκο ντε Λουτσία το 1985
Εκδόσεις Αγκυρα

«Η παρεξήγηση για το τι σημαίνει αληθινό τραγούδι έγινε μεγαλύτερη», σημειώνει στην εισαγωγή του βιβλίου του ο Απέργης. «Κι όμως, ο δρόμος που κάθε γνήσια καλλιτεχνική έκφραση βρίσκει για να συγκινεί, παραμένει ανοιχτός».

Ποια η συνεισφορά κι η πρωτοτυπία του βιβλίου του αυτού; «Διάλεξα γι′ αυτό το βιβλίο μερικές από τις σημαντικότερες συνεντεύξεις που πήρα τα τελευταία σαράντα χρόνια για την Ελευθεροτυπία, το Kosmos, το Δεύτερο πρόγραμμα, για εφημερίδες και ραδιοσταθμούς από προσωπικότητες που είναι δύσκολο ή αδύνατον να τις συναντήσει κανείς πια....»

- Τι ήταν αυτό που σας κινητοποίησε να αποθησαυρίσετε άγνωστες ιστορίες και εξομολογήσεις διάσημων καλλιτεχνών που είχατε την τύχη να γνωρίσετε;

Οι περισσότερες ήταν, όντως, άγνωστες, καθώς ούτε ο περιορισμένος χώρος της εφημερίδας, ούτε ο αντίστοιχος χρόνος του ραδιοφώνου μάς επέτρεπαν τις περισσότερες φορές να τις συμπεριλάβουμε στην πρώτη δημοσίευση κάθε συνέντευξης. Όμως, ολ’ αυτά τα χρόνια, τύχαινε συχνά να τις αφηγηθώ σε μια παρέα. Και η μόνιμη επωδός των φίλων και συναδέλφων ήταν: «Πρέπει να τα γράψεις ολ’ αυτά!» Είχαν δίκιο. Καταγράφοντας αυτές τις ιστορίες, είδα πώς αποκαλύπτουν και κάτι από τον χαρακτήρα κάθε προσωπικότητας, αλλά και από την ευρύτερη συγκυρία στον καλλιτεχνικό, κοινωνικό, κάποτε και τον πολιτικό χώρο. Αλλωστε, πάντα τις συνδύαζα με τα σημαντικότερα αποσπάσματα των συνεντεύξεων, αλλά και με νύξεις για το πώς αλλάζουν ο δημόσιος λόγος, η δημοσιογραφία, η μαζική κουλτούρα και βέβαια η μουσική αυτές τις τέσσερις δεκαετίες.

Με τον Ακη Πάνου στις φυλακές Κομοτηνής την δεκαετία του 1990.
Με τον Ακη Πάνου στις φυλακές Κομοτηνής την δεκαετία του 1990.
Στέλιος Ελληνιάδης

- Αυτό το έργο προφανώς μπόρεσε να πραγματοποιηθεί επειδή είχατε συγκροτήσει ένα αρχείο συνεντεύξεων /απομνημονευμάτων. Βάσει ποιου σκεπτικού δομήθηκε;

Βασικό κριτήριο ήταν η σπανιότητα και, κάποτε, η μοναδικότητα. Όταν έχεις μια αποκλειστική συνέντευξη όπου ο Μικ Τζάγκερ αποκαλύπτει τι θα πει στο παιδί του αν εκείνο αποφασίσει να γίνει ροκ σταρ, ή μια κασέτα όπου ο Ακης Πάνου σου διαβάζει ανέκδοτους στίχους που έγραψε στη φυλακή μετά τον φόνο του συντρόφου της κόρης του, φροντίζεις να μη τις χάσεις.

- Πόσο καιρό δουλέψατε πάνω στο νέο βιβλίο των εκδόσεων Άγκυρα και πως οργανώσατε την εργασία σας αυτή;

Ξεκίνησα πριν μας επισκεφθεί ο κορονοϊός και συνέχισα στη διάρκεια του lockdown, διακόπτοντας ωστόσο για να γράψω ένα άλλο βιβλίο, που κυκλοφόρησε από την Ελληνογερμανική Αγωγή με τίτλο «Η Κάλλας, ο Μινωτής, ο Κουν και τα μαγειρευτά της Κάκιας». Επειτα επέστρεψα σ’ αυτό και το ολοκλήρωσα. Βασίστηκα κυρίως στο αρχείο των δημοσιευμάτων της Ελευθεροτυπίας, αλλά και σε ιστορικές αναφορές κυρίως για την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα κάθε εποχής. Το επόμενο στάδιο μετά τη συγγραφή ήταν η περικοπή. Εκοψα πάνω από δώδεκα χιλιάδες λέξεις.

- Να υποθέσουμε το ότι δανείζεστε «ατάκα» του Μάνου Χατζιδάκι για τον τίτλο του βιβλίου υποδηλώνει μια αδυναμία/ προτίμηση στον συγκεκριμένο καλλιτέχνη; Μοιραστείτε κάτι που σας έχει μείνει αλησμόνητο από την επαφή σας μαζί του.

Πρόκειται για την αδυναμία που έχω και για τον Θεοδωράκη, τον Σαββόπουλο, τον Τζάγκερ, τους Λένον και Μακ Κάρτνεϊ και ελάχιστους άλλους κορυφαίους δημιουργούς, των οποίων το καλλιτεχνικό έργο αλλά και ο δημόσιος λόγος αποτελεί μέρος της ζωής μου, της ζωής μας, επί δεκαετίες. Σήμερα, που ενδίδουμε εύκολα στη συλλογική μας αμνησία, το γεγονός ότι εκπροσωπούν τη συλλογική μας μνήμη τους δίνει ακόμα μεγαλύτερη αξία. Οσον αφορά τον Χατζιδάκι, δεν ξεχνώ ποτέ την τελευταία του συνέντευξη, λίγες μόλις μέρες πριν από τον θάνατό του. Θυμάμαι όχι μόνο αυτά που είπε- για τη Μελίνα που είχε ερωτευτεί στα νιάτα του, για τη μητέρα του και τον θάνατο με τον οποίο μπόρεσε να συμφιλιωθεί αφότου χάθηκε εκείνη και την επισκεπτόταν στο νεκροταφείο. Θυμάμαι και την ευγένεια, αλλά και την ήρεμη έκφραση του τελεσίδικου την ώρα που τα αφηγούνταν.

Με τον Μίκη Θεοδωράκη το 1988
Με τον Μίκη Θεοδωράκη το 1988
Εκδόσεις Αγκυρα

- Από την Μαντόνα ως τον Μίκη Θεοδωράκη κι από τον Πολ Μακ Κάρτνεϊ ως το Διονύση Σαββόπουλο: Διαλέξτε μας ένα πρόσωπο και μια ιστορία με πολύ ισχυρό αποτύπωμα για εσάς.

Ξέρετε, όταν απευθύνεσαι σε έναν ροκ σταρ όπως σε οποιονδήποτε κανονικό άνθρωπο, είναι πιθανότερο να σου απαντήσει σαν κανονικός άνθρωπος και εκείνος. Π.χ., στην ερώτηση ποιον χρόνο θα ήθελε να ξαναζήσει, η Μαντόνα είχε απαντήσει: «Όταν ήμουν μικρή και ζούσε η μητέρα μου. Τα παιδικά μου χρόνια υπάρχουν πολύ έντονα μέσα μου. Τα αδέλφια μου, ο πατέρας μου, υπάρχουν πάντα. Άλλωστε, ένας από τους λόγους που έκανα ό,τι έκανα, είναι, όπως κάθε κορίτσι, για να αποδείξω στον πατέρα μου τι μπορώ να πετύχω». Αλλά και από την τελευταία συνέντευξη που πήρα από τον Σαββόπουλο μετά τη συγκινητική συναυλία του στο Μέγαρο, ξεχωρίζω το θάρρος με το οποίο αναγνώρισε: «Ήταν περίοδοι που είχα πολύ μεγάλη επιτυχία στη δουλειά μου και ανέπτυξα μια αυτοπεποίθηση που, όμως, δεν στηριζόταν πουθενά. Ήταν στον αέρα, ήταν σ’ ένα κενό. Υπήρξα αλαζών». Συνήθως, μια προσωπικότητα που έρχεται συχνά σε επαφή με δημοσιογράφους, χτίζει γύρω της ένα μικρό οχυρό. Αισθάνομαι τυχερός όταν μου επιτρέπεται να το επισκεφθώ.

Με τους Rolling Stones στο Ολυμπιακό Στάδιο το 1998 (πέμπτος από αριστερά)
Με τους Rolling Stones στο Ολυμπιακό Στάδιο το 1998 (πέμπτος από αριστερά)
Εκδόσεις Αγκυρα

- Προσωπικά δεν θα ξεχάσω - με καλώς εννοούμενη ζήλεια- την επιτυχία της Ελευθεροτυπίας (μαζί με τα Νέα αν θυμάμαι καλά) με την αποκλειστική είδηση της περίφημης συναυλίας της Διεθνούς Αμνηστίας στο ΟΑΚΑ το 1988 με κορυφαίους καλλιτέχνες διεθνώς. Ποια ήταν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της εφημερίδας που την έκαναν να έχει τόσο πιστό κοινό;

Τηρούσε σε μεγαλύτερο βαθμό από κάθε άλλη την υπόσχεση που έδινε το όνομά της. Δεν ήταν άμεμπτη, όμως η εμπιστοσύνη που μας έδειχνε η Ελευθεροτυπία μάς έκανε να νιώθουμε ψηλότεροι. Εργαζόμασταν με υπευθυνότητα, αλλά και με φαντασία και με χιούμορ. Και οι αναγνώστες το αναγνώριζαν.

Με τον Ερικ Κλάπτον το 1988
Με τον Ερικ Κλάπτον το 1988
Εκδόσεις Αγκυρα

- Οι συνεντεύξεις του βιβλίου προέρχονται από τη θητεία σας στον έντυπο τύπο και τη ραδιοφωνία. Παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους;

Ισως μερικές φορές παρουσιάζουν. Μπορεί και στις δυο περιπτώσεις οι περισσότερες να ξεκινούν ως προφορικές συνομιλίες, αλλά η συναίσθηση και μόνο ότι η μια προορίζεται για εφημερίδα και η άλλη για το ραδιόφωνο, επηρεάζει, σ’ ένα βαθμό, και τους δυο συνομιλητές. Επηρεάζει επίσης και η επεξεργασία του γραπτού λόγου, όσο διακριτική και αν είναι.

- Ποιος ήταν ο βαθύτερός σας σκοπός με τη δημιουργία αυτού του βιβλίου;

Ολοκλήρωσα το βιβλίο λίγο πριν κλείσω τα 60, και μόλις είχα συμπληρώσει 40 χρόνια στη δημοσιογραφία. Σήμερα έχω την ευθύνη των μουσικών ραδιοφώνων της ΕΡΤ, ενώ οι περισσότερες από αυτές τις συνεντεύξεις ανήκουν σε μια εποχή όπου απολάμβανα τη δημοσιογραφία μέσω του γραπτού λόγου. Και μάλιστα του γραπτού λόγου, όπως είχαμε την ελευθερία να τον υπηρετούμε στην Ελευθεροτυπία. Ενιωθα λοιπόν ότι είναι καιρός να σχεδιάσω ο ίδιος τον κύκλο που έχει πλέον ολοκληρωθεί. Αυτό το βιβλίο είναι ο διαβήτης.

- «Στον ψηφιακό κόσμο οι περισσότερες από τις συζητήσεις αυτές δεν έχουν καταγραφεί», αναφέρετε, μεταξύ άλλων, στο βιβλίο «Γίνεται παρεξήγηση και δίνουν την εξήγηση». Πιστεύετε ότι η δημοσιογραφία του διαδικτύου δεν θα αφήσει πίσω της κάτι;

Αν, μιλώντας για «δημοσιογραφία του διαδικτύου» εννοείτε μια καταγραφή της πραγματικότητας με ρηχότητα και εντυπωσιοθηρία, νομίζω ότι δε θ’ αφήσει πίσω της παρά μόνο αυτήν ακριβώς τη ρηχότητα και την εντυπωσιοθηρία σαν κάτι που οφείλει κανείς να αποφεύγει- όχι μόνο στη δημοσιογραφία, αλλά και στη μουσική δημιουργία και παντού. Όμως, ας μην είμαστε απόλυτοι: στο διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει και άριστα εμπεριστατωμένα άρθρα. Οποιος ξέρει να ψάχνει, μπορεί να το αξιοποιεί ως ένα εξαιρετικό σύγχρονο εργαλείο.

- Σε τι βαθμό έχει αλλάξει η δουλειά του δημοσιογράφου σήμερα σε σχέση με την εποχή που ξεκινήσατε το ταξίδι σας στη δημοσιογραφία; Τι σας προβληματίζει ως προς αυτό;

Προφανώς έχουν αλλάξει πολλά. Οι παραδοσιακοί εκδότες εκλείπουν και η βιασύνη είναι κακός σύμβουλος για τον ανταγωνισμό των δημοσιογράφων, που εθίζονται έτσι στο να μένουν στην επιφάνεια. Αλλωστε, και οι περισσότεροι αναγνώστες ή θεατές εκεί αρέσκονται να επιπλέουν. Όμως, υπάρχουν πολλοίνέοι συνάδελφοί μας με αγωγή και καλλιέργεια που αντιστέκονται σ’ αυτή την τάση. Ευτυχώς, υπάρχουν και πολλοί αναγνώστες.

Με τον Τζέιμς Μπράουν
Με τον Τζέιμς Μπράουν
Εκδόσεις Αγκυρα

- Κύριε Απέργη, αν δεν ήσασταν δημοσιογράφος, ποιο άλλο επάγγελμα θα μπορούσατε να είχατε ακολουθήσει;

Μέχρι τα δεκαέξι μου ονειρευόμουν να γίνω αρχιτέκτονας. Δεν έχω πάψει να θαυμάζω τις σημαντικές προσωπικότητες της αρχιτεκτονικής, αλλά και εκείνες που την ανανεώνουν με δημιουργικό οίστρο και ανθρώπινο μέτρο, δίχως ναρκισσισμό. Οδηγώντας, μάλιστα, κόντεψα κάποτε να τρακάρω, καθώς παρατηρούσα μια ωραία οικοδομή- και σκεφθείτε ότι απλώς περιεργαζόμουν το εμφανές μπετόν…

- Θα προτρέπατε το παιδί σας να ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα; Αιτιολογείστε μας το «ναι» ή το «όχι» σας.

Θα προέτρεπα το παιδί μου να δοκιμαστεί στη δημοσιογραφία, αν το εξάπτει να ερευνά τι στ’ αλήθεια κρύβεται πίσω απ’ ό,τι μας παρουσιάζεται ως επικαιρότητα. Αν έχει αποκτήσει την απαραίτητη σκευή, ώστε αυτή του η έρευνα να είναι αξιόπιστη. Αν απολαμβάνει να κεντά κάθε του λέξη, πριν αφηγηθεί το αποτέλεσμα της εργασίας του στο κοινό, προκειμένου να το κάνει συναρπαστικό. Και τέλος, αν πιστεύει ότι ολ’ αυτά θα του δώσουν τη δύναμη να αντέξει τις αντίξοες συνθήκες που επικρατούν πλέον στον χώρο μας.

- Μούσχουρη, Μερκούρη, Θεοδωράκης, Κάλλας, Μινωτής, Κουν. Μετά το «Γίνεται παρεξήγηση και δίνουν την εξήγηση» τι;

Εχετε καμιά ιδέα; Σε μια συνέντευξή μας, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης μου είχε πει: «Νέος Χατζιδάκις υπάρχει. Μπορεί να είναι ένα παιδί που δουλεύει κούριερ. Οφείλουμε να τον ανακαλύψουμε».

Ο Φώτης Απέργης
Ο Φώτης Απέργης
Πάνος Γιαννακόπουλος

Ποιος είναι ο Φώτης Απέργης

Ο Φώτης Απέργης γεννήθηκε το 1963 στην Αθήνα, όπου σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Δημοσιογραφία. Από το 1982 στην Ελευθεροτυπία. Το 1999 υπεύθυνος του Πολιτιστικού της Κυριακάτικης και κατόπιν αρχισυντάκτης του ενθέτου περιοδικού Επτά. Από το 2012 στις εφημερίδες Έξι Μέρες, «Επένδυση», Ελευθερία του Τύπου. Από το 1985 στη δημόσια ραδιοφωνία, καθώς επίσης στο Κανάλι 15, τον Flash και τον Σταθμό. Από το 2014 με τακτική εκπομπή στο Δεύτερο Πρόγραμμα και το Kosmos. Από το 2020 διευθυντής των μουσικών σταθμών της ΕΡΤ. Συνέγραψε με τη Νάνα Μούσχουρη τη βιογραφία της Το όνομά μου είναι Νάνα (εκδ. Λιβάνη, 2006). Το επετειακό λεύκωμα για τη Μελίνα Μερκούρη (Μουσείο Μπενάκη και Ιδρυμα Μ. Μερκούρη, 2014). Το βιβλίο για τον Μίκη Θεοδωράκη Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μας, καθώς και το αφιέρωμα Η Κάλλας, ο Μινωτής, ο Κουν και τα μαγειρευτά της Κάκιας (Ελληνογερμανική Αγωγή, 2017 και 2020).

Δημοφιλή