ΤΟ BLOG
19/06/2018 12:05 EEST | Updated 19/06/2018 12:05 EEST

Μακεδονικά παρεπόμενα

Ognen Teofilovski / Reuters

Το λεγόμενο «Μακεδονικό ζήτημα» παραμένει το ίδιο όπως ήταν πριν ένα ή ενάμιση αιώνα. Παραμένει επίσης το ίδιο μετά από ένα τέταρτο του αιώνα μετά τον Ψυχρό πόλεμο. Κύρια χαρακτηριστικά του είναι: 

  1. Ο τεχνητός και επίπλαστος χαρακτήρας του.

  2. Όπως κάθε άλλο διεθνές τεχνητό πρόβλημα δημιουργείται για να χρησιμεύει ως εργαλείο των στρατηγικών παιγνίων των ηγεμονικών δυνάμεων ή αναθεωρητικών περιφερειακών δυνάμεων.

Ασφαλώς σε παρόντα χρόνο ελάχιστοι βλέπουν τις βαθύτερες προεκτάσεις, καθότι οι περισσότεροι όπως πάντα ισχύει άγονται και φέρονται από προπαγάνδα, παραπληροφόρηση και πάθη που δημιουργούν οι κομματικές και ιδεολογικές διαφορές. Εκ των υστέρων βέβαια το δικαστήριο της ιστορίας είναι αμείλικτο και καταδικάζει όσους έκαναν λάθη ή υπήρξαν αδύναμοι και άτυχοι. Όταν δε όλα πάνε ανάποδα το μόνο που θα μπορούσε να διασώσει κάτι είναι το ένστικτο αυτοσυντήρησης της κοινωνίας. 

Και αυτό όμως δεν διασώζει πάντα καθότι όπως βλέπουμε από τις αντιδράσεις της Ελληνικής κοινωνίας για το Σκοπιανό ζήτημα, παρά το ότι είναι καθηλωμένη και εξαντλημένη αντιδρά. Πλην αντί να γίνει σεβαστή η θέλησή της – εδώ είναι πού χρειάζονται δημοψηφίσματα όχι για να παραπλανήσουμε τους πολίτες δεχόμενοι μετά την οικονομική τους εξόντωση – εξυβρίζεται ως ετερόκλητος όχλος. Ακόμη χειρότερα, ακούμε περίπου, δεσποτικές θέσεις πως «εμείς αποφασίζουμε και εσείς (ο ετερόκλητος όχλος) πρέπει να ακολουθείτε». 

Ο καθείς μπορεί να σκεφτεί σε τι είδους κράτη ισχύει το «εμείς αποφασίζουμε και εσείς ο όχλος ή μάζα υπακούτε» και πόσο αυτό αντιβαίνει στις Ελληνικές πολιτικές παραδόσεις της δημοκρατίας και της ελευθερίας που θέλει τον πολίτη εντολέα και την εξουσία εντολοδόχο και ανακλητή. 

Εάν σταθούμε σε δύο Ελληνικές υποθέσεις που προεκτείνονται μέχρι τις μέρες μας, τα ίδια περίπου λέγονταν α) όταν υιοθετήθηκε και υπογράφτηκε η επάρατη Ζυρίχη η οποία αποτελούσε καλοστημένο σχέδιο πάνω σε γνωστή Βρετανικών προδιαγραφών τροχιά διαίρει και βασίλευε και β) όταν πάνω σε παρόμοια Βρετανική τροχιά με τακτικού χαρακτήρα συμμετοχή των ΗΠΑ υποβλήθηκε το ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό σχέδιο Ανάν. Μεταγενέστερη ομολογία αξιωματούχου, όπως ξέρουμε λέει τα εξής: «Δώσαμε την Κύπρο στο πιάτο στην Τουρκία μήπως και μας δώσει διευκολύνσεις στον πόλεμο του Ιράκ». 

Να το πούμε διαφορετικά: Αδύναμα κράτη – η Ελλάδα μετά την δολοφονία του Καποδίστρια εξ αντικειμένου είναι από άποψη επιτελικών κρατικών θεσμών αδύναμη, έξωθεν εξαρτημένη και αδιαμαρτύρητα υπάκουη – υποτάσσονται στις εφήμερες τακτικές σκοπιμότητες των στρατηγικών συμφερόντων που εκπληρώνουν μεσοπρόθεσμους και μακροχρόνιους σκοπούς. 

Αυτό ολοφάνερα ισχύει με την παντελώς αχρείαστη, άσκοπη και αναπόδραστα πολύ μεγάλου κόστους επίμαχη συμφωνία με τα Σκόπια. Σίγουρα θα είναι πολύ μεγάλου κόστους ακόμη και εάν δεν επικυρωθεί από το κοινοβούλιο της FYROM, μιας και εδώ στην Ελλάδα, πολλοί που λειτουργούν και αποφασίζουν νομικίστικα θα την θεωρούν «νομική δέσμευση». Είναι χαρακτηριστικό ότι στην συζήτηση στην Ελληνική Βουλή τα περισσότερα «επιχειρήματα» αφορούσαν προσωπικές ή κυβερνητικές θέσεις ή ακόμη και ανταλλαγές απόψεων μεταξύ πολιτικών που εντοπίζονται σε έγγραφα και μηνύματα.

Θα είναι αναπόδραστα πολύ μεγάλου κόστους για μια σειρά λόγων στους οποίους μπορούμε να αναφερθούμε συνοπτικά. Αφορούν την ουσία του «Μακεδονικού» και την αναζωπύρωση του σλαβικού μακεδονισμού που θα προκαλέσει η εκ μέρους μας επικύρωση των αναθεωρητικών αλυτρωτισμών ενός θνησιγενούς κρατιδίου το οποίο θα είναι πλέον εύκολο εργαλείο στα χέρια των στρατηγικών παιγνίων των ηγεμονικών δυνάμεων, αλλά και άλλων περιφερειακών δυνάμεων και γειτονικών με τα Σκόπια κρατών. 

Ακόμη πιο σημαντικό, οι συζητήσεις εντός και εκτός Βουλής καταμαρτύρησαν γνωστές νεοελληνικές παθολογίες, συγκεκριμένα το έλλειμμα γνώσης ή την πολιτική τυφλότητα όσον αφορά την μεταψυχροπολεμική διεθνή πολιτική, τον νομικισμό και τις νεφελοβατούσες αντιλήψεις, ιδεολογήματα και θεωρήματα. 

Για κάθε λογικά σκεπτόμενο άνθρωπο οι Σκοπιανές ταυτίσεις με την Κλασική Μακεδονία και τον Μέγα Αλέξανδρο φτάνουν τα όρια ιστορικών ανεκδότων. 

Πρώτον, η από εμάς τους ίδιους αναγνώριση έμμεσης ή άμεσης σύνδεσης των Σλάβων ή άλλων κατοίκων της FYROM με την κλασική Μακεδονία πέραν του γελοίου του πράγματος είναι επιπλέον στρατηγικών προεκτάσεων διττού χαρακτήρα. Αφενός λειτουργεί ως άξονας τεχνητής και επίπλαστης μεν επικίνδυνης δε συσπείρωσης των ετερόκλητων εθνοτήτων του μικροσκοπικού αυτού κράτους και αφετέρου, εν δυνάμει, διασπείρει τον «Μακεδονικό αλυτρωτισμό» προς τα συνδεδεμένα με την FYROM γειτονικά κράτη. Θα ανοίξει την όρεξή τους, για να τα πούμε διαφορετικά. 

Δεύτερον, η αβάσιμη υπόθεση ότι η επίμαχη συμφωνία θα δημιουργήσει ένα περίπου ανθόσπαρτο Βαλκανικό περιβάλλον και η Ελλάδα θα γίνει ηγέτιδα είναι τουλάχιστον στρατηγικά αφελής. Καταμαρτυρεί μυωπία ως προς το πώς εξελίσσονται οι πλανητικές και περιφερειακές σχέσεις στην Μεταψυχροπολεμική εποχή. 

Τρίτον, το ότι άλλα κράτη αναγνώρισαν την FYROM ως Μακεδονία κάτι σημαίνει –κυρίως δική μας διπλωματική ανυπαρξία τους δύο τελευταίους αιώνες και ιδιαίτερα Μεταψυχροπολεμικά– αλλά εν τέλει η αναγνώριση αυτή, σε συνάρτηση με όλα τα υπόλοιπα, ελάχιστη σημασία έχει. Τα κράτη δεν γίνονται εθνοκράτη με αυτό τον τρόπο και ούτε ενδιέφερε τους πολλούς αυτή η – για πολλά άλλα μικρότερα και μακρινά κράτη, άγνωστη ή αδιάφορη – λεπτομέρεια. 

Αυτό που πάντα μετρούσε και που τώρα αρχίζει να μετράει αρνητικά είναι το γεγονός εμείς οι άμεσα ενδιαφερόμενοι νομιμοποιήσαμε εμμέσως ή άμεσα το κατά τα άλλα ιστορικό ανέκδοτο περί ταύτισης των κατοίκων της Γιουγκοσλαβικής επαρχίας «Μακεδονία» με την Αρχαία Μακεδονία. Όχι γιατί θα βρεθούμε άμεσα σε κάποιο στρατιωτικό κίνδυνο από αυτό το αδύναμο και θνησιγενές κράτος, αλλά επειδή θα θρέψει ανορθολογισμούς και αστάθεια. 

Τέταρτον, στο ίδιο περίπου πλαίσιο, η αποσπασματική ή και αλματώδης υπόμνηση διάφορων απόψεων στην Βουλή κατά την διάρκεια των σχετικών συζητήσεων καταμαρτύρησε την φτώχεια των δημόσιων πολιτικών συζητήσεων για τα διεθνή, τα ιστορικά και τα στρατηγικά. 

Αντί για παράδειγμα να πουν τι έλεγαν οι ΗΠΑ και άλλα κράτη των Δυτικών Συμμαχιών μετά τον Πόλεμο για την δημιουργία της τεχνητής και επίπλαστης Μακεδονίας ως επαρχίας της πρώην Γιουγκοσλαβίας, με σκοπό την αναθεώρηση των συνόρων, επικαλούνταν ακαταλαβίστικα κάποιες αποσπασματικές φράσεις του ενός ή άλλου ιστορικού.

Είναι χαρακτηριστική η θέση του Αμερικανού υπουργού εξωτερικών το 1944 όταν έγραφε ότι«η (αμερικανική) κυβέρνηση θεωρεί ότι αναφορές όπως μακεδονικό «έθνος», μακεδονική «πατρίδα» ή μακεδονική «συνείδηση» συνιστούν  αδικαιολόγητη δημαγωγία που δεν αντικατοπτρίζει καμία πολιτική πραγματικότητα και βλέπει σε  αυτές την αναγέννηση ενός πιθανού μανδύα που θα υποκρύπτει επιθετικές βλέψεις εναντίον της Ελλάδας» …  «με μεγάλη ανησυχία τις αυξανόμενες προπαγανδιστικές φήμες και τις ημιεπίσημες δηλώσεις προς όφελος μιας αυτόνομης Μακεδονίας, που προέρχονται κυρίως από τη Βουλγαρία, αλλά και από την Γιουγκοσλαβία και άλλες πηγές …». 

Τότε στις αφετηρίες του Ψυχρού Πολέμου για στρατηγικούς λόγους οι Αμερικανοί είπαν την αλήθεια γιατί τους συνέφερε. Στην Μεταψυχροπολεμική εποχή λογικότατα επειδή ευνοείται η αναζωπύρωση περιφερειακών διαφορών που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν από τα εν εξελίξει στρατηγικά παίγνια ελέγχου της κατανομής ισχύος διαμέσου επηρεασμού των αποφάσεων των κρατών της περιφέρειάς μας, επικροτούν την επίμαχη συμφωνία. Αυτές είναι οι προσεγγίσεις των μεγάλων δυνάμεων εδώ και αιώνες, όπως γράψαμε και εδώ πριν λίγους μήνες

Πέμπτο, στην συζήτηση στην Ελληνική Βουλή για την επίμαχη συμφωνία πολλοί επιδόθηκαν σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να στηρίξουν τον σκοπιανό Μακεδονισμό κάνοντας αποσπασματικές αναφορές στην Πηνελόπη Δέλτα και άλλους. Ας διάβαζαν τουλάχιστον Ρήγα Βελεστινλή για να δουν πως αυτή ήταν η περιφέρειά μας αλλά και ότι άξονας πολιτισμού και των πολιτικών παραδόσεων ήταν η διαχρονική και οικουμενική Ελληνικότητα. Έτσι, στην Βουλή ειπώθηκαν πολλά που υποδηλώνουν κραυγαλέα άγνοια για στοιχειώδη πράγματα. το γεγονός για παράδειγμα ότι οι περιοχές υπό την Βυζαντινή και μετά την Οθωμανική Αυτοκρατορία, περιείχαν μια πανσπερμία εθνών, εθνοτήτων, γλωσσών, τοπικών γλωσσικών ιδιωμάτων, σύμμεικτων και ρευστών ταυτοτήτων κτλ. 

Αυτό δεν αναιρεί τι σημαίνει Μέγας Αλέξανδρος, Ελληνικότητα, Ελλάδα, Ρώσοι, Σέρβοι, Βούλγαροι ή οποιοδήποτε άλλο έθνος ή εθνότητα ή το γεγονός ότι η Μακεδονία ανήκε στο πανάρχαιο Ελληνικό έθνος, σε μια ιστορική δηλαδή εποχή που δεν υπήρξαν καν έθνη ή εθνότητες που καμιά σχέση δεν είχαν την Κλασική Μακεδονία ή τον μεγάλο Έλληνα στρατηλάτη και πρόδρομο της Βυζαντινής Οικουμένης. 

Το εθνοκράτος δεν είναι κάτι το επίπλαστο που μπορεί να κατασκευαστεί μέσα σε κρατικούς δοκιμαστικούς σωλήνες. Για να είναι βιώσιμο πρέπει να είναι εδρασμένο πάνω σε εθνικό πολιτισμό, εθνικές πολιτικές παραδόσεις και μακρόχρονα σμιλευμένες εθνικές ταυτότητες. Είναι δε παράδοξο να το λένε φορείς εθνομηδενιστικών παραδοχών. Εν τέλει, τίποτα δεν διδάχθηκαν από την παταγώδη κατάρρευση κρατικών συγκολλήσεων στην πρώην ΕΣΣΔ αλλά και στην Γιουγκοσλαβία. Τίποτε δεν εξυπηρετείται από τέτοιες συγκολλήσεις παρά μόνο θρέφεται ο ανορθολογισμός και η αστάθεια. 

Γιατί λοιπόν να συνεργήσουμε και τι εξυπηρετεί εάν για ακόμη μια φορά άτυχοι άνθρωποι της κομμουνιστικής εποχής λόγω κεκτημένης ταχύτητας ή εάν λόγω υπόγειων υποκινήσεων μετατραπούν ξανά σε υποχείρια νέων στρατηγικών παιγνίων; 

Τα σύνορα είναι εκεί που κατέληξαν τον 19ο και 20ο αιώνα και αποτελεί διαστροφή και ψέμα οτιδήποτε δικαιολογεί τις προαναφερθείσες ιστορικά, πνευματικά και πολιτικά παρωχημένες αναθεωρητικές κληρονομιές του Τίτο ως κάτι που προσδιορίζει «πατρίδες» και έθνη. Γιατί Έλληνες να παρακάμπτουν την πραγματικότητα, ότι δηλαδή η FYROM είναι ένα διαφοροποιημένο πεδίο εθνοτήτων, τεχνητής γλώσσας και διαλέκτων διόλου τυχαία συγγενών με γειτονικά κράτη, κυρίως την Βουλγαρία, την Αλβανία και την Σερβία. 

Με την επίμαχη συμφωνία για πρώτη φορά εμείς χωρίς να υπάρχει ο παραμικρός λόγος – παρά μόνο δυτικές σκοπιμότητες για τακτικούς ελιγμούς για ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ που αύριο μπορεί να μην είναι αυτά που βλέπουμε σήμερα – ανοίγουμε παράθυρο δημιουργίας μιας διευρυμένης αλυτρωτικής δίνης μέσα στην οποία θα εισέλθουν όλοι οι κάτοικοι των Σκοπίων, τα γειτονικά κράτη και οι μεγάλες δυνάμεις οι οποίες αναζητούν ή στήνουν τέτοιες καταστάσεις για να εκτελούν όπως είπαμε τα στρατηγικά τους παίγνια.

Το μεγάλο παράδοξο είναι βέβαια ότι μερικοί που θεωρούν την έννοια έθνος ανύπαρκτη πάσχιζαν να γίνουν δικηγόροι του επίπλαστου έστω σκοπιανού εθνικισμού. Ποιες οι συνέπειες; Ενώ τίποτα δεν λύνεται αυτή η τακτικού χαρακτήρα απόφαση θρέφει περιφερειακά προβλήματα που θα δελεάσουν ακόμη περισσότερο τα ηγεμονικά κράτη στην εκτέλεση στρατηγικών μεταφοράς βαρών, κατατριβής και ανακατανομών εδάφους και χάραξης νέων συνόρων. 

Η επίμαχη συμφωνία για την FYROM και οι σχετικές συζητήσεις αναβιώνουν επίσης μια σειρά παθολογιών που καταμαρτυρούν ότι στην Ελλάδα απαιτείται αλλαγή πολιτικού και πνευματικού Παραδείγματος για να μπορεί η Ελλάδα να κινείται ορθολογιστικά και συμβατά με ιεραρχημένα βραχυχρόνια, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα Ελληνικά εθνικά συμφέροντα. 

Δεν είναι του παρόντος αλλά μπορούμε να αναφέρουμε ότι κύρια εισροή στην χάραξη των στρατηγικών σχεδίων των ηγεμονικών δυνάμεων είναι α) ποιο κράτος είναι αναλώσιμο και β) ποιο κράτος είναι επαρκώς ισχυρό στην περιφέρειά του για να κάνουν μαζί του στρατηγικές συναλλαγές. 

Σε παρόντα χρόνο, η Ελλάδα εμφανίζεται ως αδύναμη και αναλώσιμη. Αυτό ολοφάνερα επειδή η Ελλάδα είναι πεσμένη στο έδαφος λόγω κρίσης, επειδή ουκ ολίγοι μιλούν για την διεθνή πολιτική με λόγια που μόνο να τους υποτιμήσει κανείς μπορεί, επειδή με αυτά που ακούμε δείχνουν πως μερικοί που κάθονται σε καρέκλες εξουσίας ή κατέχουν θέσεις ευθύνης θεωρούν το κράτος τους αναλώσιμο (για παράδειγμα τα απίστευτα λόγια που ακούσαμε στην Βουλή για αντιδημοκρατικό και ανελεύθερο σχέδιο Ανάν) και επειδή απελπισμένα γινόμαστε έρμαιο σε τακτικές σκοπιμότητες αντί να κάνουμε συναλλαγές ως ισότιμο κράτος των δυτικών συμμαχιών. 

Πρέπει να είναι κανείς πολιτικός μύωπας για να μην καταλάβει ότι η επίμαχη συμφωνία δεν θα φέρει ένα ανθόσπαρτο Βαλκανικό βίο συνεργασίας, ότι το μόνο που εξυπηρετεί είναι βραχυχρόνιες στρατηγικές σκοπιμότητες και ότι αναπόδραστα θρέφει ένα αναθεωρητικό αλυτρωτισμό που ποτέ η Ελλάδα όπως τόσα άλλα κράτη κάνουν σε ανάλογες περιπτώσεις, δεν έπρεπε να αναγνωρίσει.