Ο Ερντογάν, η Ελλάδα και το πιόνι

«Η Τουρκία επιχειρεί να μιμηθεί τις ΗΠΑ, έτσι ώστε να μπορέσει μια μέρα να αναδειχθεί σε μια ευημερούσα και πολυπληθή "μικρή Αμερική"»
Christoph Wagner via Getty Images

Οι αλλεπάλληλες ρητορικές απειλές από τους επικεφαλής της τουρκικής κυβέρνησης, με τελευταία τη δήλωση του αντιπροέδρου Φουάτ Οκτάι:«Γι’ αυτό λέμε μην ξεχνάτε τη Σμύρνη, μην ξεχνάτε την Κύπρο», προδηλώνουν την πάγια στρατηγική της Άγκυρας να είναι οδηγός των εξελίξεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, διαμορφώνοντας την ατζέντα των διμερών ζητημάτων με την Ελλάδα και διαδηλώνοντας την αξίωσή της να διαφυλάξει ως κόρη οφθαλμού το γόητρο-κύρος της ως περιφερειακή δύναμη.

Ως ένα άλλο επικοινωνιακό παιχνίδι εντυπωσιασμού, η Τουρκία επιχειρεί να μεταφέρει το πεδίο της αντιπαράθεσης σε ενδοΝατοικό πλαίσιο σε μια προσπάθεια να αποδομήσει τα νομικά επιχειρήματα της Ελλάδας για την τουρκική αναθεωρητική πολιτική της συμπεριφορά, με σκοπό ν’ αποδυναμώσει το μέτρο νομιμοποίησης της Αθήνας εντός της καθεστηκυίας Βορειοτλαντικής τάξης.

Τόσο με την συγκαιρινή επίκληση της κατοχής και λειτουργικής χρήσης από την Ελλάδα ενός πυραυλικού συστήματος αιχμής που φέρει τη σφραγίδα του ιδεολογικοπολιτικού αντιπάλου των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, όσα με τις συνεχείς αναφορές για παραβίαση των διεθνών της υποχρεώσεων, καταδεικνύοντας την ασυμφωνία του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης με τον εθνικό εναέριο χώρο και τη στρατικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, επιχειρεί να τρώσει τη διεθνή εικόνα της απαρέγκλιτης πίστης-νομιμοφροσύνης της Ελλάδας εντός του Βορειοατλαντικού συμφώνου.

Σε δεύτερο χρόνο θα υπομνήσει την εργαλειακή χρήση της Ελλάδας από τις ΗΠΑ, αναγνωρίζοντας «ότι αυτοί που προκαλούν αναταραχές και παρενοχλήσεις στο Αιγαίο Πέλαγος λειτουργούν ως πιόνια κάποιου», με σκοπό να υπονομευθούν τα τουρκικά εθνικά συμφέροντα. Αν και οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν το ειδικό βάρος της Τουρκίας εντός της Νατοϊκής συμμαχίας, δεν θα πρέπει να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι λειτουργούν ως εξισορροπητικός μηχανισμός στην Ελληνοτουρκική διαμάχη, η οποία εκκινά ευθύς αμέσως με την ένταξη των δύο κρατών στο Βορειοτλαντικό σύμφωνο (1952).

Είναι η διασφάλιση της εξωτερικής ασφάλειας από το ΝΑΤΟ που συνωθεί την Άγκυρα ν’ αναπτύξει τις αναθεωρητικές της αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Κύπρο εφόσον η εκτεταμένη πυρηνική αποτροπή από τις ΗΠΑ και η παγίωση των σφαιρών επιρροής μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων αποσοβούσε τη σοβιετική απειλή. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η περιγραφή από τον τρίτο πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας Celal Bayar, σε ομιλία του, τον Οκτώβριο του 1957, ότι η Τουρκία επιχειρεί να μιμηθεί τις ΗΠΑ, έτσι ώστε να μπορέσει μια μέρα να αναδειχθεί σε μια ευημερούσα και πολυπληθή «μικρή Αμερική».

Συναφώς, για μια σειρά από λόγους και αιτίες που συνέχονται με το ειδικό βάρος του εκάστοτε κράτους στην πλανητική, γεωπολιτική σκακιέρα και χωρίς να παραγνωρίζουμε το γεγονός της υπερεπέκτασης των πολιτικών της στόχων, σε συνάρτηση με την οικονομική της τρωτότητα, η γεωστρατηγική σημασία της Άγκυρας και η περιφερειακή της πρωτοκαθεδρία παραμένει απαράλλακτη. Αυτό γιατί η τοπογεωγραφική της θέση και η στρατιωτική της ισχύ, την αναγάγουν σε γεωπολιτικό άξονα, ως μια περιφέρεια ζωτικής σημασίας για τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ-Ρωσίας, και γεωστρατηγικό δρώντα, λόγω της δυνατότητας της για προβολή στρατιωτικής ισχύος πέρα από τα σύνορά της.

Αναδιφώντας στην ιστορική διαχρονία, η Τουρκία, ήδη από τη δεκαετία του 50’ και καθ’ όλη τη διάρκεια της ψυχροπολεμικής-μεταψυχροπολεμικής περιόδου, αποτελούσε το στρατηγικό προπύργιο των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, για την ανάσχεση των ηπειρωτικών δυνάμεων στην περίμετρο της Ευρασίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε έκθεση του αναπληρωτή υπουργού εξωτερικών των ΗΠΑ για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις, Lawrence Eagleburger, (5 Σεπτεμβρίου 1981):

Η Τουρκία είναι μια χώρα ζωτικής σημασίας για ένα ευρύ φάσμα σημαντικών συμφερόντων των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Δυτική Ευρώπη, στη Νοτιοδυτική Ασία και στο ΝΑΤΟ. Είναι το πλησιέστερο σημείο του ΝΑΤΟ που θα μπορούσε να απειλήσει άμεσα τη σοβιετική «καρδιά της γης». Είναι επίσης το πλησιέστερο σημείο του ΝΑΤΟ που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την άμεση μετακίνηση κατευθείαν στη Νοτιοδυτική Ασία. Η αξία της Τουρκίας για τη Δύση, πραγματική και δυνητική, είναι επομένως τεράστια […]
Η γεωγραφία και η ιστορία καθιστούν την Τουρκία ένα σταυροδρόμι για τα θεμελιώδη συμφέροντα ασφαλείας των ΗΠΑ. […]. Η Τουρκία είναι επίσης αναπόσπαστο μέρος του ιστού των ανατολικών μεσογειακών θεμάτων. Έχει μεγάλη επιρροή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ σε σχέση με την Ελλάδα και την Κύπρο. Το αντίστροφο δεν είναι λιγότερο αληθές. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να εξετάσουμε και την Τουρκία υπό το πρίσμα των άλλων σημαντικών συμφερόντων των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στο ίδιο μήκος κύματος ο γενικός γραμματέας του NATO, Γενς Στόλτενμπεργκ, (18.7.2019) αναφερόμενος στο ζήτημα των F-35 διαπιστώνει ότι:
«Η συμβολή της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και η συνεργασία του ΝΑΤΟ με την Τουρκία, είναι πολύ πιο βαθιά και ευρύτερη από τα F-35».
«Η Τουρκία ως σύμμαχος του ΝΑΤΟ, είναι πολλά περισσότερα από τα S-400. Η Τουρκία ήταν ενσωματωμένο κομμάτι του συστήματος αεράμυνας του ΝΑΤΟ και έτσι θα παραμείνει».

Γενικότερα μιλώντας, ο Τούρκος πρόεδρος αξιοποιεί τη θέση της χώρας του, ως αναντικατάστατου γεωπολιτικού άξονα με αντικειμενικό πολιτικό στόχο τη σύναψη πελατειακών σχέσεων με τους ισχυρούς δρώντες του διεθνούς συστήματος. Πρόκειται για τη διαμόρφωση μιας αμφίδρομης ανταλλακτικής σχέσης υπηρεσιών-ωφελημάτων μεταξύ κρατών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, εδραζόμενη στο στοιχείο της αμοιβαιότητας και στην ανάπτυξη ενός διαδραστικού πλαισίου αμοιβαίων-ανταποδοτικών συναλλαγών σε επιθυμητά-επιζητούμενα αγαθά-υπηρεσίες.

Συνεπαγόμενα τα προσδοκώμενα οφέλη αντανακλώνται σε παροχές και υπηρεσίες μεταξύ των δυο συμβαλλόμενων κρατών. Ειδικότερα η δυνατότητα του κράτους-προστάτη για την παροχή ετερόφωτων πηγών ισχύος και ανταλλαγμάτων (προστασία-ασφάλεια έναντι εξωτερικών απειλών, πολιτικοδιπλωματική, οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική υποστήριξη, σταθεροποίηση του εσωτερικού πολιτικού συστήματος, κ.α.) αποτελεί και το προσδιοριστικό κριτήριο για την προσέλκυση και ένταξη των λιγότερο ισχυρών κρατών στη σφαίρα επιρροής του.

Τοιουτοτρόπως στις παροχές που προσφέρει ο πελάτης εμπερικλείονται, μεταξύ και άλλων, η ελεύθερη πρόσβαση και χρήση στις στρατιωτικές, λιμενικές και τηλεπικοινωνιακές του εγκαταστάσεις, στους πλουτοπαραγωγικούς του πόρους, η χορήγηση αδειών ελευθεροπλοίας, ερευνών, εγκαταστάσεων, καθώς και η πολιτικό-ιδεολογική του σύμπλευση με τις κεντρικές αρχές της εξωτερικής πολιτικής του κράτους-προστάτη σε διεθνείς θεσμούς-οργανισμούς.

Ωστόσο, η διαπραγματευτική ισχύς του λιγότερου ισχυρού κράτους είναι απότοκη της διαμορφωθείσας κατανομής ισχύος σε πλανητικό επίπεδο. Γεγονός που αντικατοπτρίζεται στο είδος-μέτρο των εξωτερικών του απειλών (μία άμεση και υψηλού βαθμού απειλή περιορίζει τις επιλογές του λιγότερου ισχυρού κράτους) και στη διαθεσιμότητα άλλων Μεγάλων Δυνάμεων που δύναται να προσφέρουν ανάλογη πολιτικοοικονομική-στρατιωτική υποστήριξη, σε συνδυασμό με το βαθμό εξάρτησης του κράτους προστάτη στις παροχές του πελάτη και των πολιτικοδιπλωματικών ικανοτήτων της πολιτικής ηγεσίας του δεύτερου. Αυτό, γιατί, όπως ορθά επισημαίνει ο Π. Κονδύλης οι κινήσεις στο πολιτικοδιπλωματικό πεδίο αποδίδουν ανάλογα με το «ἱστορικὸ καὶ κοινωνικὸ βάρος τῶν ἀντίστοιχων συλλογικῶν ὑποκειμένων, τὸ ὁποῖο ὅλοι ἀποτιμοῦν κατὰ μέσον ὅρο παρόμοια, ὅπως γίνεται καὶ μὲ τὰ ἐμπορεύματα στὴν ἀγορὰ».

Πρώτη δημοσίευση στο imerazante.gr