Λησμονημένη Εθνοκάθαρση: Η Θεσσαλονίκη στον Αγώνα του 1821

Ξεχασμένες πτυχές της ιστορίας.
.
.
.

Τα γεγονότα που συνέβησαν στην Θεσσαλονίκη, και την ευρύτερη περιοχή κατά τα πρώτα χρόνια της επανάστασης (1821-1822) αναδεικνύουν την θυσιαστική συμβολή του μακεδονικού ελληνισμού στο εγχείρημα της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας.

Η Επανάσταση θα πασχίσει απελπισμένα να στερεωθεί το 1821-1822, στην Χαλκιδική αρχικά, στον Όλυμπο και την Ημαθία αργότερα. Θα είναι όμως απαράσκευη, με πενιχρή χρηματόδοτηση, θα αντιμετωπίσει άπειρες δυσκολίες οργάνωσης, και έλλειψης των ουσιωδών του πολέμου.

Παρ όλα αυτά, θα δεσμεύσει αρκετά οθωμανικά στρατεύματα κατά τα κρίσιμα πρώτα βήματα της Ελληνικής Επανάστασης, συμβάλλοντας ώστε να ανοίξει ‘παράθυρο ευκαιρίας’ για την εγκαθίδρυσή της στην Πελοπόννησο και την Στερεά.

Το τίμημα όμως για την Μακεδονία θα είναι μεγάλο.

Για την αντιμετώπισή των επαναστατημένων, η Οθωμανική Πύλη θα εξαπολύσει μια πολιτική που δεν αποσκοπεί μόνο στην κατάπνιξη των επαναστατικών εστιών αλλά ―και αυτό είναι το ουσιωδέστερο― στη δραστική δημογραφική και οικονομική συρρίκνωση του ελληνικού στοιχείου στην ευρύτερη περιοχή.

Τα αποτελέσματα της οθωμανικής καταστολής μιλάνε από μόνα τους για τις στοχεύσεις της: Κατά την διάρκεια των οθωμανικών εκστρατειών στην ευρύτερη περιοχή Θεσσαλονίκης, Χαλκιδικής, Κίτρους και Ημαθίας θα ισοπεδωθούν πάνω από 100 κωμοπόλεις και χωριά, τα θύματα θα είναι πάνω από 20.000 ενώ πάνω από 10.000 επίσης θα πωληθούν στα σκλαβοπάζαρα για να καταλήξουν στα λιμάνια της Μπαρμπαριάς.

Η ίδια η Θεσσαλονίκη μεταβάλλεται τα δυο αυτά χρόνια σε ένα ανοιχτό στρατόπεδο συγκέντρωσης, τόπο εκτελέσεων και βασανιστηρίων χιλιάδων, παράλληλα, σε ανοιχτό σκλαβοπάζαρο.

Η ελληνική κοινότητα της πόλης, στοχοποιείται εξ αρχής, ανηλεώς από την Οθωμανική Διοίκηση.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης στη Χαλκιδική η ηγεσία της εκτελείται (Μητροπολίτης Ιωσήφ, μητροπολίτης Κίτρους Μελέτιος που πήρε τη θέση του, και οι επιφανέστεροι Έλληνες πρόκριτοι της πόλης).

Ακολουθεί πογκρόμ στις ελληνικές γειτονιές της πόλης, ενώ ο πληθυσμός τους τίθεται υπό ομηρία στην μητρόπολη και τις άλλες εκκλησίες, η οποία μάλιστα θα κρατήσει από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 1821.

Από εκείνην την ομηρία, στην συλλογική μνήμη της πόλης έχει συγκρατηθεί ο χαμός δεκάδων ανθρώπων στην Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, που αφέθηκαν να πεθάνουν από την πείνα, καθώς και τα υπέρογκα λύτρα που οι Οθωμανοί αποσπούσαν από τους πιο εύπορους, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την εκστρατεία για τον χαλασμό των περιοχών στην Ανατολική Θεσσαλονίκη και την Χαλκιδική.

Οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης θα δεχθούν ένα πολύ καίριο πλήγμα κατά την αντίδραση των Οθωμανών στην Επανάσταση του 1821.

Η κοινότητα της πόλης, που καθ όλη την διάρκεια του προηγούμενου αιώνα (1700-1821) ακμάζει, και ενισχύεται διαρκώς, διεκδικώντας και πάλι την κεντρική εμπορική, οικονομική και δημογραφική θέση που είχε μέχρι την Οθωμανική κατάκτηση, σαρώνεται.

Στην απογραφή του 1834 απομένουν το πολύ 7.000, από τους 20.000 και πλέον που κατέγραφε ο Γάλλος Πρόξενος της Γαλλίας, Φελίξ Μπωζούρ, το 1797.

Τα γεγονότα του 1821-1822 στην Θεσσαλονίκη εν τέλει εκθέτουν εντελώς την άποψη ότι η πόλη λειτουργούσε υπό την αιγίδα της οθωμανικής κυριαρχίας ως ανοιχτή, πολυπολιτισμική κοινωνία: Οι γενίτσαροι, που ήταν πλειοψηφία μεταξύ των κατοίκων της μουσουλμανικής-οθωμανικής κοινότητας της πόλης, ήταν εκείνοι που απείλησαν τον διοικητή της με εξέγερση, αν δεν τους άφηνε να εξοντώσουν όλο το ελληνικό στοιχείο.

Η βάση της οθωμανικής κυριαρχίας, δηλαδή, ήταν πιο σκληρή στην απάντηση που ήθελε να δώσει στην απειθαρχία των υπόδουλων, από την ίδια την ηγεσία της αυτοκρατορίας.

Ούτως ή άλλως, πηγές από τον βίο τόσο της ελληνικής, όσο και της εβραϊκής κοινότητας της πόλης μέσα στους αιώνες της τουρκικής κυριαρχίας, μαρτυρούν ότι η συντριπτική παρουσία των γενιτσάρων είχε παγιώσει μέσα της ένα καθεστώς στρατοκρατικής τυραννίας: «Εδώ κάθε Τούρκος είναι γεννίτσαρος, και κάθε γεννίτσαρος είναι στρατιώτης», θα γράψει χαρακτηριστικά ο Φελίξ Μπωζούρ.

Αυτό το καθεστώς ξέσπασε εναντίον του ελληνικού στοιχείου όταν η επανάσταση εκδηλώθηκε. Στόχος του δεν υπήρξε μόνο η κατάπνιξη της δραστηριότητας των ένοπλων επαναστατικών σωμάτων, αλλά η εν γένει περιθωριοποίηση των Ελλήνων στην ευρύτερη περιοχή.

Όντως, τα φιρμάνια που απέστειλε η Πύλη στους τοπικούς αξιωματούχους για την κατάπνιξη της ελληνικής επανάστασης θυμίζουν τις αντίστοιχες διαταγές που έναν αιώνα μετά η διοίκηση των Νεότουρκων θα διακινεί στην Μικρά Ασία για την εξόντωση του εκεί ελληνικού στοιχείου.

Εξ άλλου, σε μια πρώτη φάση, και τουλάχιστον μέχρι το 1854, η αντίδραση των Οθωμανών θα στεφθεί από επιτυχία. Ούτως ή άλλως, καθώς κωμοπόλεις και χωριά καταστρέφονται, και το ελληνικό στοιχείο παίρνει μαζικά τον δρόμο της προσφυγιάς από την Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1820, Σλάβοι και Μουσουλμάνοι έρχονται να καλύψουν το κενό στο χώρο και την δημογραφία. Το γεγονός αυτό περιπλέκει ακόμα περισσότερο το ‘μακεδονικό κουβάρι’ και καθιστά ακόμα δυσκολότερη την απολύτρωση του ελληνισμού της κεντρικής μακεδονίας στις δεκαετίες που έρχονται.

Ούτε, ωστόσο, ο συστηματικός χαρακτήρας των οθωμανικών διωγμών, που στηρίζεται σε ένα μοντέλο πολύ έντονου εθνοτικού διαχωρισμού που αποτελούσε το σήμα κατατεθέν την Οθωμανικής Θεσσαλονίκης, ούτε και η σχέση των γεγονότων του 1821-1822 με τις μετέπειτα εξελίξεις στο Μακεδονικό ζήτημα έχουν ερευνηθεί όσο θα έπρεπε από την ιστοριογραφία.

Το βιβλίο Λησμονημένη Εθνοκάθαρση, η Θεσσαλονίκη στον Αγώνα του 1821 (με κείμενα των Α. Θεοδωρίδη, Γ. Ρακκά, Γ. Ταχόπουλου, F. Beaujour) που κυκλοφορεί αυτόν τον καιρό από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις, αποτελεί μια προσπάθεια ανάδειξης των γεγονότων αυτών.

Ιδίως το κείμενο του Α. Θεοδωρίδη, Η δραματική συμβολή της Θεσσαλονίκης στον Αγώνα του 1821, αποτελεί ένα εξαίρετο ιστορικό ρεπορτάζ, που με πλήρη επάρκεια πηγών, αλλά και εξαιρετικό αφηγηματικό ρυθμό εξιστορεί το τι συνέβη κατά τα δυο αυτά σκοτεινά χρόνια στην Θεσσαλονίκη. Το δε κείμενο του F. Beaujour αποτελεί μια ‘περιηγητική φωτογραφία’ της εποχής του 1790, δείχνοντας πως ζούσε η πόλη κατά την εποχή εκείνη.

Τα κείμενα των Γ. Ρακκά και Γ. Ταχόπουλου, τέλος, στοιχειοθετούν, με μια καλή έρευνα στις πρωτογενείς πηγές, τόσο την έκταση και την σφοδρότητα των οθωμανικών εγκλημάτων, όσο και τον προγραμματισμένο χαρακτήρα τους, ο οποίος εντάσσεται στην ουσία της διοικητικής λογικής που διαποτίζει την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

*Διαβάστε Α. Θεοδωρίδης, Γ. Ρακκάς, Γ. Ταχόπουλος, F. Beaujour, Λησμονημένη Εθνοκάθαρση: Η Θεσσαλονίκη στον αγώνα του 1821, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2021. Επιμέλεια & διορθώσεις: Χριστίνα Σταματοπούλου.

Δημοφιλή