Η έγκριση της Κομισιόν ανοίγει τον δρόμο για στρατηγικές επενδύσεις έως το 2030. Το μεγάλο στοίχημα είναι αν οι μικρομεσαίοι θα μπουν στο παιχνίδι ή θα μείνουν θεατές;

Μετά από πολύμηνη διαπραγμάτευση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ύψους 400 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση της ελληνικής βιομηχανίας στον τομέα της καθαρής τεχνολογίας. Το πρόγραμμα, που σχεδιάστηκε από το Υπουργείο Ανάπτυξης σε συνεργασία με το Υπουργεό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, εντάσσεται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο CISAF για την «Καθαρή Βιομηχανία» και θα παραμείνει ενεργό έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030.

Advertisement
Advertisement

Η κυβέρνηση μιλά για μια «σημαντική επιτυχία». Και πράγματι, σε επίπεδο θεσμικό, είναι. Για πρώτη φορά ανοίγει ρητά ο δρόμος για στήριξη επενδύσεων σε κρίσιμες πρώτες ύλες και στη μεταλλευτική δραστηριότητα, τομείς που έως σήμερα αντιμετώπιζαν αυστηρούς περιορισμούς. Όμως το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν εγκρίθηκε το πλαίσιο. Είναι ποιος θα το αξιοποιήσει.

Οι ενισχύσεις — άμεσες επιχορηγήσεις και φορολογικά κίνητρα — αφορούν επενδύσεις για:

  • Μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων
  • Ηλιακά πάνελ
  • Ανεμογεννήτριες
  • Αντλίες θερμότητας
  • Παραγωγή πράσινου υδρογόνου
  • Τεχνολογίες δέσμευσης και αποθήκευσης CO₂

Παράλληλα, καλύπτεται και η παραγωγή ή ανάκτηση κρίσιμων πρώτων υλών μέσω κυκλικής οικονομίας, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές εκτός Ε.Ε.

Σε θεωρητικό επίπεδο, πρόκειται για μια ολοκληρωμένη παρέμβαση που συνδέει ενεργειακή μετάβαση και βιομηχανική πολιτική. Σε πρακτικό επίπεδο, ωστόσο, η ελληνική αγορά έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: κυριαρχείται από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), με περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαια, χαμηλή τεχνολογική ένταση και συχνά αδύναμη διοικητική επάρκεια για σύνθετα επενδυτικά σχήματα.

Το νέο καθεστώς αφορά επιχειρήσεις σε όλη την επικράτεια. Όμως η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι τα μεγάλα βιομηχανικά projects συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των κρατικών ενισχύσεων. Οι μικρομεσαίοι συχνά περιορίζονται σε ρόλο υπεργολάβου ή αποκλείονται από τις διαδικασίες λόγω γραφειοκρατίας και ίδιων κεφαλαίων που απαιτούνται.

Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό πολιτικό στοίχημα. Αν το πρόγραμμα μετατραπεί σε εργαλείο στήριξης λίγων μεγάλων παικτών, τότε η «πράσινη βιομηχανική πολιτική» θα έχει περιορισμένη κοινωνική διάχυση. Αν, αντίθετα, σχεδιαστούν: συνεργατικά σχήματα (clusters), βιομηχανικά οικοσυστήματα γύρω από περιφερειακές μονάδες, χρηματοδοτικά εργαλεία που μειώνουν το αρχικό ρίσκο για ΜμΕ, τότε η πράσινη μετάβαση μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός αναβάθμισης ολόκληρης της παραγωγικής βάσης.

Advertisement

Ο Υπουργός Ανάπτυξης μίλησε για «ενίσχυση της παραγωγικής βάσης» και «νέες θέσεις εργασίας». Από την πλευρά του, ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας τόνισε ότι βιομηχανική ανάπτυξη και προστασία του περιβάλλοντος προχωρούν μαζί. Η ρητορική είναι σωστή. Το ζητούμενο είναι η εφαρμογή. Η ελληνική οικονομία έχει πληρώσει ακριβά τα αποσπασματικά επενδυτικά κύματα του παρελθόντος. Επιδοτήσεις χωρίς μακροχρόνιο σχεδιασμό κατέληξαν σε μονάδες που δεν άντεξαν στον διεθνή ανταγωνισμό. Σήμερα, το διεθνές περιβάλλον είναι ακόμη πιο απαιτητικό. ΗΠΑ και Κίνα επιδοτούν επιθετικά τις δικές τους καθαρές τεχνολογίες. Η Ευρώπη επιχειρεί να απαντήσει. Η Ελλάδα καλείται να τοποθετηθεί μέσα σε αυτό το γεωοικονομικό παιχνίδι.

Ευκαιρία υπό… όρους

Τα 400 εκατ. ευρώ δεν είναι απλώς ένα χρηματοδοτικό πακέτο. Είναι μια ευκαιρία επαναπροσδιορισμού της βιομηχανικής ταυτότητας της χώρας.

Advertisement

Η Ελλάδα μπορεί να:

  • αναπτύξει εγχώρια παραγωγή κρίσιμων εξαρτημάτων,
  • επενδύσει σε ανακύκλωση και ανάκτηση πρώτων υλών,
  • δημιουργήσει ποιοτικές θέσεις εργασίας σε περιφέρειες που αποβιομηχανοποιήθηκαν.

Αλλά μόνο αν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις μπουν στον πυρήνα της στρατηγικής και όχι στην περιφέρεια της.

Advertisement