Η δυσκολία να εξασφαλίσει ένα νοικοκυριό επαρκές φαγητό δεν αποτελεί πλέον μια σπάνια πραγματικότητα στην Ελλάδα. Ένας στους 13 κατοίκους της χώρας αντιμετωπίζει μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, που δημοσιοποιήθηκαν την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου.
Τα ευρήματα της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης αποτυπώνουν μια επιδείνωση των συνθηκών για μέρος του πληθυσμού, καθώς το ποσοστό όσων αντιμετώπισαν δυσκολίες στην εξασφάλιση επαρκούς τροφής αυξήθηκε στο 7,5% το 2025, από 7% το 2024.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το 1,7% του πληθυσμού αντιμετώπισε σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, ποσοστό που αποτελεί την υψηλότερη καταγραφή από το 2019.
Γιατί η οικονομική ευημερία δεν μετριέται μόνο από την ανάπτυξη και τους αριθμούς, αλλά και από το εάν κάθε νοικοκυριό μπορεί να εξασφαλίσει τα απαραίτητα τρόφιμα για το καθημερινό του τραπέζι.
Τι σημαίνει στην πράξη η ανεπάρκεια τροφής
Πίσω από τους στατιστικούς δείκτες βρίσκονται καθημερινές δυσκολίες που επηρεάζουν άμεσα την ποιότητα ζωής. Σύμφωνα με τον ορισμό της ΕΛΣΤΑΤ, μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής καταγράφεται όταν τουλάχιστον ένα μέλος ενός νοικοκυριού αναγκάστηκε, λόγω οικονομικής αδυναμίας ή έλλειψης άλλων πόρων, να παραλείψει κάποιο γεύμα, να φάει λιγότερο από όσο χρειαζόταν ή να μείνει χωρίς φαγητό.
Η σοβαρή ανεπάρκεια αφορά ακόμη δυσκολότερες καταστάσεις: περιπτώσεις στις οποίες τουλάχιστον ένα μέλος του νοικοκυριού πέρασε ολόκληρη ημέρα χωρίς τροφή επειδή δεν υπήρχαν τα απαραίτητα οικονομικά μέσα.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν μια πλευρά της οικονομικής πίεσης που δεν αποτυπώνεται μόνο στους λογαριασμούς και στις τιμές των προϊόντων, αλλά και στην ίδια τη δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών.
Η επιδείνωση των τελευταίων ετών
Η εξέλιξη του δείκτη δείχνει ότι η επισιτιστική ανασφάλεια παραμένει ένα επίμονο κοινωνικό πρόβλημα. Το 2019 το ποσοστό μέτριας ή σοβαρής ανεπάρκειας τροφής βρισκόταν στο 8%, ενώ το 2021 είχε περιοριστεί στο 6%. Στη συνέχεια ακολούθησε νέα ανοδική πορεία, με τον δείκτη να διαμορφώνεται στο 6,6% το 2022, στο 6,5% το 2023, στο 7% το 2024 και τελικά στο 7,5% το 2025. Αντίστοιχα, η σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, η οποία τα προηγούμενα χρόνια κυμαινόταν μεταξύ 1,4% και 1,6%, αυξήθηκε στο 1,7%.
Η άνοδος αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αφορά την πρόσβαση σε ένα από τα πιο βασικά αγαθά για την ανθρώπινη διαβίωση.
Πώς συγκρίνεται η Ελλάδα με την Ευρώπη
Στα συγκριτικά στοιχεία της τριετίας 2023–2025, η Ελλάδα εμφανίζει ποσοστό μέτριας ή σοβαρής ανεπάρκειας τροφής 7,1%, έναντι 7,4% στην Ευρώπη.
Το αντίστοιχο ποσοστό σοβαρής ανεπάρκειας διαμορφώνεται στο 1,6% για την Ελλάδα, έναντι 1,9% στην Ευρώπη. Οι διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών είναι σημαντικές. Στην Ουγγαρία η μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής φτάνει το 16,9%, στη Ρουμανία το 15,2% και στη Φινλανδία το 13,3%.
Αντίθετα, στην Ιταλία περιορίζεται στο 1,7%, στη Γερμανία στο 4,1%, ενώ στην Ισπανία διαμορφώνεται στο 7,4% και στη Γαλλία στο 9,4%.
Το πραγματικό αποτύπωμα στην καθημερινότητα
Η νέα έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ πραγματοποιήθηκε το 2025, σε δείγμα 10.408 νοικοκυριών και 21.392 μελών, καταγράφοντας τις εμπειρίες τους κατά τους προηγούμενους 12 μήνες.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, παρά τη βελτίωση ορισμένων οικονομικών δεικτών, ένα τμήμα της κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην κάλυψη βασικών αναγκών.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η εξέλιξη των τιμών στα τρόφιμα, αλλά και η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, δηλαδή το κατά πόσο το διαθέσιμο εισόδημα επαρκεί για τη διατροφή, τη στέγαση, την ενέργεια και τις υπόλοιπες καθημερινές δαπάνες.