Η κοινωνία δεν μετρά πια τις κυβερνητικές προθέσεις, αλλά την απόσταση ανάμεσα στον μισθό και στο ράφι. Και όσο η ακρίβεια παραμένει η μόνιμη αγωνία της καθημερινότητας, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι η κυβέρνηση επιλέγει να κρατά δυνάμεις για αργότερα, αντί να δώσει τώρα την κρίσιμη μάχη με γενναία μέτρα.
Η πιο επικίνδυνη φθορά για μια κυβέρνηση δεν έρχεται πάντα από τα μεγάλα σκάνδαλα ή τις θεαματικές κρίσεις. Έρχεται αθόρυβα, από τη συσσωρευμένη κόπωση της καθημερινότητας. Από τη στιγμή που ο πολίτης πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ, στο φαρμακείο, στον φούρνο και νιώθει ότι κάθε εβδομάδα αγοράζει λιγότερα με τα ίδια ή και περισσότερα χρήματα.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται σήμερα η κυβέρνηση. Και γι’ αυτό κερδίζει έδαφος η εκτίμηση, όχι μόνο στην κοινωνία αλλά και σε ανθρώπους που γνωρίζουν καλά τον πυρήνα της Νέας Δημοκρατίας, ότι το Μέγαρο Μαξίμου μοιάζει να λειτουργεί με μια καθαρά πολιτική λογική αναμονής: να διατηρήσει δημοσιονομικά αποθέματα τώρα, ώστε να τα αξιοποιήσει πιο κοντά στις εκλογές. Πρόκειται για μια ανάγνωση πολιτικά κατανοητή, αλλά κοινωνικά εξαιρετικά επικίνδυνη.
Διότι η ακρίβεια δεν είναι πεδίο για τακτικισμούς. Είναι η πρώτη γραμμή της κοινωνικής συνοχής. Και όσο η κυβέρνηση δείχνει να μεταθέτει τις πιο ηχηρές παρεμβάσεις για αργότερα, τόσο καλλιεργεί την εντύπωση ότι προτεραιότητα δεν είναι η άμεση ανακούφιση, αλλά η προεκλογική διαχείριση του πλεονεκτήματος.
Το επιχείρημα ότι έχουν ληφθεί μέτρα δεν αρκεί πλέον. Το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους ήταν ένα έκτακτο εργαλείο που η ίδια η κυβέρνηση υπερασπίστηκε δημόσια και το οποίο, σύμφωνα με το υπουργείο Ανάπτυξης, ίσχυε έως τις 30 Ιουνίου 2025. Ακόμη και σήμερα η κυβερνητική επιχειρηματολογία το παρουσιάζει ως αναγκαίο φραγμό στην αισχροκέρδεια. Όμως ένα τέτοιο μέτρο, από μόνο του, δεν αρκεί για να αλλάξει τη μεγάλη εικόνα στις τιμές.
Αντιθέτως, αυτό που θα είχε πραγματικό πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα θα ήταν μια πιο επιθετική επιλογή στην καρδιά της κατανάλωσης: μείωση του ΦΠΑ σε βασικά είδη διατροφής και καθημερινής ανάγκης, ακόμη και μηδενισμός σε απολύτως κρίσιμες κατηγορίες. Η Κύπρος έχει ήδη εφαρμόσει μηδενικό ΦΠΑ σε συγκεκριμένα βασικά προϊόντα, όπως βρεφικά είδη, πάνες, φρούτα και λαχανικά, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καταγράφει ότι το μέτρο ίσχυε έως το τέλος του 2025 για σειρά αγαθών πρώτης ανάγκης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το κυπριακό μοντέλο μεταφέρεται αυτούσιο στην Ελλάδα· σημαίνει όμως ότι υπάρχουν ευρωπαϊκά παραδείγματα πιο επιθετικής φορολογικής παρέμβασης απέναντι στην ακρίβεια
Υπάρχει και μια ακόμη, βαθύτερη πλευρά του προβλήματος. Η ακρίβεια δεν είναι μόνο οικονομικός δείκτης. Είναι κρίση εμπιστοσύνης. Όταν ο πολίτης ακούει συνεχώς ότι η οικονομία πηγαίνει καλά, αλλά ο ίδιος ζει χειρότερα, τότε το ρήγμα δεν είναι απλώς κοινωνικό. Είναι πολιτικό και ηθικό. Δημιουργείται η αίσθηση ότι οι μακροοικονομικές επιδόσεις δεν συναντούν ποτέ το τραπέζι του σπιτιού.
Γι’ αυτό και η κυβέρνηση έχει μπροστά της μια καθαρή επιλογή. Ή θα κινηθεί τώρα, με χειροπιαστές μειώσεις φόρων στα βασικά, με αποφασιστική ενίσχυση των ελέγχων, με πίεση για πραγματικό ανταγωνισμό και με πολιτική βούληση να τα βάλει με κλειστές αγορές και ισχυρά συμφέροντα. Ή θα συνεχίσει με αποσπασματικά μέτρα, ελπίζοντας ότι ο χρόνος, η επικοινωνία και μια προεκλογική δέσμη παροχών θα αρκέσουν για να αλλάξουν το κλίμα.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα: η κοινωνία έχει αρχίσει να καταλαβαίνει τη διαφορά ανάμεσα στη στήριξη και στη διαχείριση. Αν η αίσθηση που παγιωθεί είναι ότι το οικονομικό «μαξιλάρι» χτίζεται όχι για να πέσουν τώρα οι τιμές, αλλά για να μοιραστεί αργότερα ως πολιτικό αντίδωρο, τότε η φθορά δεν θα είναι συγκυριακή. Θα είναι στρατηγική.
Η μάχη με την ακρίβεια δεν είναι υπόθεση της επόμενης καμπάνιας. Είναι υπόθεση της σημερινής επιβίωσης. Και όποιος δεν το καταλαβαίνει έγκαιρα, κινδυνεύει να ανακαλύψει πολύ αργά ότι το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ μόνο οι τιμές. Ήταν η αίσθηση εγκατάλειψης.