Έντονες αντιδράσεις και σοβαρά ερωτήματα προκαλεί στην αγορά η σχεδιαζόμενη κατάργηση της δυνατότητας πληρωμής με μετρητά στις αντικαταβολές μέσω εταιρειών ταχυμεταφορών. Η αρνητική υποδοχή της ρύθμισης από επαγγελματίες και επιχειρήσεις έχει φτάσει, σύμφωνα με πληροφορίες, μέχρι το γραφείο του πρωθυπουργού, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες που μπορεί να προκαλέσει η εφαρμογή της.
Η διάταξη που περιλαμβάνεται στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προβλέπει την υποχρεωτική ηλεκτρονική εξόφληση των αγορών που παραδίδονται με αντικαταβολή μέσω courier, ακόμη και όταν πρόκειται για προϊόντα αξίας λίγων ευρώ.
Η επιδίωξη της κυβέρνησης είναι να περιορίσει τη χρήση μετρητών στις συναλλαγές και να ενισχύσει τη διαφάνεια. Ωστόσο, παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δημιουργεί μια σειρά από πρακτικά και οικονομικά προβλήματα, τα οποία δεν φαίνεται να έχουν αντιμετωπιστεί επαρκώς.
Το ζήτημα δεν περιορίζεται στην υποχρεωτική χρήση κάρτας. Αφορά το ποιος θα πληρώσει το πρόσθετο κόστος, πώς θα πραγματοποιούνται οι παραδόσεις όταν δεν υπάρχει δυνατότητα ηλεκτρονικής πληρωμής και κατά πόσο η απαγόρευση των μετρητών θα συμβάλει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.
Ένα από τα πρώτα ερωτήματα αφορά τη διαφορετική αντιμετώπιση συναλλαγών που πραγματοποιούνται με παρόμοιο τρόπο.
Με βάση την προτεινόμενη ρύθμιση, ένας καταναλωτής που παραγγέλνει ένα προϊόν από ηλεκτρονικό κατάστημα και το παραλαμβάνει μέσω courier θα υποχρεώνεται να πληρώσει ηλεκτρονικά.
Την ίδια στιγμή, όμως, η πληρωμή με μετρητά εξακολουθεί να επιτρέπεται στις παραδόσεις φαγητού μέσω delivery, σύμφωνα με το πλαίσιο που περιγράφεται στην πρόταση.
Γιατί, λοιπόν, να αντιμετωπίζονται διαφορετικά δύο συναλλαγές που ολοκληρώνονται στην πόρτα του καταναλωτή;
Η διαφοροποίηση αυτή δημιουργεί ερωτήματα για τη συνοχή της ρύθμισης, ιδιαίτερα εφόσον ο δηλωμένος στόχος είναι ο περιορισμός της φοροδιαφυγής.
Ποιοι εξαιρούνται και πώς θα ελέγχονται οι εξαιρέσεις;
Σημαντική ασάφεια υπάρχει και γύρω από τις προβλεπόμενες εξαιρι θα ισχύσει για τους ηλικιωμένους, ιδιαίτερα για όσους είναι άνω των 70 ετών και δεν χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής;
Πώς θα αντιμετωπιστεί η περίπτωση αγοράς μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων ή άλλων ειδών πρώτης ανάγκης;
Και, κυρίως, ποιος θα είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο των εξαιρέσεων;
Εάν προβλεφθούν ειδικές κατηγορίες καταναλωτών που θα μπορούν να εξακολουθήσουν να πληρώνουν με μετρητά, θα πρέπει να καθοριστεί με σαφήνεια ο τρόπος πιστοποίησης της σχετικής δυνατότητας.
Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να μεταφερθεί στους διανομείς και στις εταιρείες ταχυμεταφορών μια πρόσθετη διοικητική ευθύνη, για την οποία δεν διαθέτουν απαραίτητα την κατάλληλη υποδομή.
POS χωρίς σήμα: Τι θα γίνεται με την παράδοση;
Ένα ακόμη πρακτικό πρόβλημα αφορά τη δυνατότητα ολοκλήρωσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Τι θα συμβαίνει όταν ο διανομέας φτάνει στον προορισμό του, αλλά το φορητό POS δεν έχει σήμα ή παρουσιάζει τεχνική βλάβη; Θα μπορεί να παραδώσει το προϊόν και να εισπράξει μετρητά ή θα είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει το δέμα;
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε απομακρυσμένες περιοχές, νησιά και ορεινούς οικισμούς, όπου η συνδεσιμότητα δεν είναι πάντοτε δεδομένη.
Χωρίς σαφή πρόβλεψη για τις περιπτώσεις τεχνικής αδυναμίας, μια απλή παράδοση μπορεί να εξελιχθεί σε ταλαιπωρία για τον καταναλωτή και σε πρόσθετο κόστος για την επιχείρηση.
Παραλαβή από τρίτο πρόσωπο: Ποιος θα πληρώνει;
Ερωτήματα προκύπτουν και όταν το προϊόν παραλαμβάνεται από πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που πραγματοποίησε την παραγγελία.
Πρόκειται για μια συνηθισμένη πρακτική, ιδιαίτερα όταν ο παραλήπτης απουσιάζει από το σπίτι του και ζητά από συγγενή ή άλλο πρόσωπο να παραλάβει το δέμα. Μέχρι σήμερα, η διαδικασία μπορεί να ολοκληρωθεί με την καταβολή του αντίστοιχου ποσού σε μετρητά.
Με το νέο καθεστώς, όμως, θα πρέπει να διευκρινιστεί εάν το τρίτο πρόσωπο θα μπορεί να χρησιμοποιήσει τη δική του κάρτα, εάν θα απαιτείται κάποια ειδική εξουσιοδότηση και τι θα συμβαίνει όταν δεν υπάρχει διαθέσιμο ηλεκτρονικό μέσο πληρωμής.
Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό;
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το οικονομικό σκέλος της ρύθμισης. Η υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών ενδέχεται να δημιουργήσει πρόσθετες ανάγκες εξοπλισμού και λειτουργίας για τις εταιρείες ταχυμεταφορών.
Φορητά POS, τηλεπικοινωνιακή σύνδεση, τεχνική υποστήριξη, τραπεζικές προμήθειες και διαχείριση συναλλαγών συνθέτουν ένα κόστος που κάποιος θα πρέπει να αναλάβει.
Το ερώτημα είναι εάν οι επιβαρύνσεις αυτές θα απορροφηθούν από τις εταιρείες courier, θα μεταφερθούν στα ηλεκτρονικά καταστήματα ή θα καταλήξουν στους καταναλωτές μέσω αυξημένων χρεώσεων.
Για μια παραγγελία αξίας 10 ή 15 ευρώ, ακόμη και μια μικρή πρόσθετη χρέωση μπορεί να επηρεάσει αισθητά το τελικό κόστος.
Η αγορά ζητά, επομένως, να αποσαφηνιστεί όχι μόνο ο τρόπος εφαρμογής του μέτρου, αλλά και η οικονομική του επίπτωση.
| Τα 7 “θολά” σημεία | ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ |
|---|---|
| 1. Δύο μέτρα και δύο σταθμά | Γιατί διαφορετικοί κανόνες για courier και delivery φαγητού; |
| 2. Ασαφείς εξαιρέσεις | Τι ισχύει για άνω των 70 ετών και φάρμακα; Ποιος ελέγχει; |
| 3. POS χωρίς σήμα | Πώς ολοκληρώνεται η παράδοση όταν δεν λειτουργεί το POS; |
| 4. Παραλαβή από τρίτο | Ποιος πληρώνει και με ποια κάρτα; |
| 5. Πρόσθετο κόστος | Ποιος επιβαρύνεται με εξοπλισμό, προμήθειες και χρεώσεις; |
| 6. Μικρά e-shops | Κίνδυνος απώλειας πελατών που προτιμούν μετρητά. |
| 7. Καταπολέμηση φοροδιαφυγής | Γιατί απαγόρευση μετρητών στις αντικαταβολές, όταν στα φυσικά καταστήματα επιτρέπονται πληρωμές κάτω των 500 €; |
Στο επίκεντρο τα μικρά ηλεκτρονικά καταστήματα
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για τις μικρές επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου, οι οποίες χρησιμοποιούν την αντικαταβολή ως βασικό τρόπο εξυπηρέτησης των πελατών τους.
Για ένα μικρό e-shop, η δυνατότητα πληρωμής κατά την παράδοση αποτελεί συχνά σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ιδιαίτερα απέναντι σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις και πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου.
Η υποχρεωτική ηλεκτρονική πληρωμή ενδέχεται να οδηγήσει ορισμένους καταναλωτές στην εγκατάλειψη της αγοράς, εφόσον δεν διαθέτουν κάρτα ή δεν επιθυμούν να τη χρησιμοποιήσουν.
Παράλληλα, οι μικρές επιχειρήσεις έχουν περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης πρόσθετων χρεώσεων.
Επομένως, η εφαρμογή της ρύθμισης χωρίς επαρκή μεταβατική περίοδο και χωρίς σαφές πλαίσιο για το κόστος μπορεί να επηρεάσει δυσανάλογα τους μικρότερους επαγγελματίες.
Περιορίζεται πράγματι η φοροδιαφυγή;
Το σημαντικότερο ίσως ερώτημα αφορά την αποτελεσματικότητα της ίδιας της παρέμβασης. Η κυβέρνηση συνδέει τον περιορισμό των μετρητών με την ενίσχυση της διαφάνειας και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Ωστόσο, η αντικαταβολή μέσω οργανωμένων εταιρειών ταχυμεταφορών αποτελεί ήδη μια συναλλαγή που αφήνει ίχνη: υπάρχει παραγγελία, αποστολή, παραστατικό μεταφοράς και καταγραφή της είσπραξης από την εταιρεία courier.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείονται περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Δημιουργεί, όμως, το ερώτημα ποιο ακριβώς κενό ελέγχου επιδιώκει να καλύψει η νέα απαγόρευση. Η αντίφαση γίνεται εντονότερη εάν ληφθεί υπόψη ότι στα φυσικά καταστήματα εξακολουθούν να επιτρέπονται πληρωμές με μετρητά για συναλλαγές κάτω από το προβλεπόμενο όριο των 500 ευρώ.
Έτσι, ένας καταναλωτής μπορεί να αγοράσει ένα προϊόν από φυσικό κατάστημα και να πληρώσει με μετρητά, αλλά δεν θα μπορεί να κάνει το ίδιο εάν το παραγγείλει ηλεκτρονικά και το παραλάβει στο σπίτι του μέσω courier.
Η διαφοροποίηση αυτή χρειάζεται ειδική αιτιολόγηση, ώστε να εξηγηθεί γιατί η ίδια μορφή πληρωμής θεωρείται αποδεκτή στη μία περίπτωση και αποκλείεται στην άλλη.
Και το ζήτημα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας
Πέρα από τις πρακτικές δυσκολίες, τίθεται και ένα ευρύτερο νομικό ερώτημα: κατά πόσο μια γενικευμένη απαγόρευση πληρωμής με μετρητά σε συγκεκριμένη κατηγορία συναλλαγών είναι συμβατή με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Τα τραπεζογραμμάτια και τα κέρματα ευρώ έχουν καθεστώς νόμιμου χρήματος, ενώ το ευρωπαϊκό δίκαιο αναγνωρίζει τη σημασία της δυνατότητας πληρωμής με μετρητά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται κάθε εθνικός περιορισμός. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναγνωρίσει ότι μπορούν να επιβάλλονται περιορισμοί για λόγους δημοσίου συμφέροντος, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με σεβασμό στην αρχή της αναλογικότητας.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η κυβέρνηση μπορεί να περιορίσει τη χρήση μετρητών, αλλά και εάν η συγκεκριμένη απαγόρευση είναι αναγκαία, κατάλληλη και αναλογική προς τον επιδιωκόμενο στόχο.
Η ύπαρξη λιγότερο περιοριστικών εναλλακτικών λύσεων, όπως η ενίσχυση της ηλεκτρονικής καταγραφής και διασταύρωσης των αντικαταβολών, αποτελεί παράγοντα που θα πρέπει να συνεκτιμηθεί.
Οι αντιδράσεις έφτασαν στο Μέγαρο Μαξίμου
Η αρνητική υποδοχή της ρύθμισης από την αγορά φαίνεται ότι έχει προκαλέσει προβληματισμό και σε κυβερνητικό επίπεδο. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι επιφυλάξεις και οι αντιδράσεις που έχουν διατυπωθεί έφτασαν μέχρι το γραφείο του πρωθυπουργού, αναδεικνύοντας την ανάγκη να εξεταστούν προσεκτικά οι συνέπειες της προτεινόμενης παρέμβασης.
Το γεγονός αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η διάταξη βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της διαβούλευσης και συνεπώς υπάρχει περιθώριο για διευκρινίσεις ή τροποποιήσεις πριν από την οριστική ψήφισή της.
Η ηλεκτρονικοποίηση των συναλλαγών αποτελεί βασικό εργαλείο για τη διαφάνεια και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Η αποτελεσματικότητά της, όμως, εξαρτάται και από τον τρόπο εφαρμογής των σχετικών μέτρων.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η απαγόρευση των μετρητών στις αντικαταβολές θα περιορίσει πράγματι τη φοροδιαφυγή ή εάν θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από εκείνα που επιδιώκει να λύσει.
Και αυτό είναι ένα ερώτημα στο οποίο η κυβέρνηση καλείται να δώσει σαφείς απαντήσεις προτού η νέα ρύθμιση μετατραπεί σε υποχρέωση για εκατομμύρια συναλλαγές καταναλωτών και επιχειρήσεων.