Σε μια κίνηση με ισχυρό οικονομικό, κοινωνικό αλλά και πολιτικό αποτύπωμα, η κυβέρνηση αποφάσισε μετά από έκτακτη χθεσινοβραδυνή σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου, να ανακοινώσει σήμερα Τετάρτη (01.04.26), άμεση γενναία μείωση στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα, επιχειρώντας να αναχαιτίσει το νέο κύμα ανατιμήσεων που απειλεί να πλήξει ακόμα περισσότερο νοικοκυριά, επαγγελματίες και ολόκληρη την αγορά. Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της HuffPost, η απόφαση ελήφθη υπό το βάρος των διεθνών εξελίξεων, της εκρηκτικής ανόδου των τιμών και της διαρκώς αυξανόμενης πίεσης που δέχεται η Βόρεια Ελλάδα από τις σαφώς χαμηλότερες τιμές καυσίμων στις γειτονικές χώρες.

Η κυβερνητική παρέμβαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η τιμή των καυσίμων βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της οικονομικής ανησυχίας, με τον πόλεμο στο Ιράν να εντείνει το κλίμα αβεβαιότητας και να τροφοδοτεί νέες ανατιμήσεις στην ενέργεια. Το οικονομικό επιτελείο εκτίμησε ότι η επιβάρυνση που μεταφέρεται στην αντλία δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί μόνο με επιδοματικού τύπου παρεμβάσεις (fuel pass), αλλά απαιτεί πιο δομική παρέμβαση στη φορολογική επιβάρυνση του λίτρου.

Advertisement
Advertisement

Μέχρι σήμερα, η Ελλάδα βρισκόταν σταθερά ανάμεσα στις χώρες με τους υψηλότερους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στην Ευρώπη. Στην αμόλυβδη βενζίνη, ο ΕΦΚ ανερχόταν στα 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή στα 0,70 ευρώ το λίτρο. Πρόκειται για ένα επίπεδο που επί χρόνια επιβάρυνε σημαντικά την τελική τιμή για τον καταναλωτή, την ώρα που σε γειτονικές χώρες οι συντελεστές είναι αισθητά χαμηλότεροι.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Βουλγαρία ο αντίστοιχος ειδικός φόρος διαμορφώνεται στα 363,02 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή περίπου 0,363 ευρώ το λίτρο. Η διαφορά είναι τεράστια και αποτυπώνεται άμεσα στην τιμή που πληρώνει ο οδηγός στην αντλία. Η εξέλιξη αυτή έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα μετά τη λειτουργική άρση των εμποδίων στις μετακινήσεις μέσω Σένγκεν, καθώς ολοένα και περισσότεροι οδηγοί από τη Μακεδονία και τη Θράκη περνούν τα σύνορα χωρίς ουσιαστικές διατυπώσεις, γεμίζουν τα ρεζερβουάρ τους στη Βουλγαρία και επιστρέφουν στην Ελλάδα.

Η εικόνα είναι αντίστοιχα πιεστική και στις άλλες γειτονικές αγορές. Στη Βόρεια Μακεδονία, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης αντιστοιχεί σε περίπου 0,35 ευρώ ανά λίτρο, με τη λιανική τιμή της αμόλυβδης να διαμορφώνεται γύρω στα 1,36 ευρώ ανά λίτρο. Στην Τουρκία, ο ΕΦΚ υπολογίζεται περίπου στα 0,15 ευρώ ανά λίτρο, ενώ η τελική τιμή φτάνει περίπου στο 1,23 ευρώ ανά λίτρο. Οι αποκλίσεις αυτές δεν αποτελούν απλώς μια στατιστική σύγκριση. Συνιστούν μια πραγματική αιμορραγία για την ελληνική αγορά καυσίμων, αλλά και μια διαρκή πίεση για τις τοπικές επιχειρήσεις των παραμεθόριων περιοχών.

Στο κυβερνητικό επιτελείο εκτιμήθηκε ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί, καθώς η Ελλάδα έχανε έσοδα, τζίρο και ανταγωνιστικότητα όχι μόνο λόγω των διεθνών τιμών, αλλά και λόγω της ίδιας της φορολογικής της πολιτικής. Ιδιαίτερα στη βόρεια χώρα, η απώλεια κατανάλωσης προς γειτονικές αγορές είχε αρχίσει να λαμβάνει μόνιμα χαρακτηριστικά, δημιουργώντας ένα σκηνικό έντονης δυσαρέσκειας τόσο στους πολίτες όσο και στους επαγγελματίες του κλάδου.

Η εικόνα μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι επίσης ενδεικτική. Με βάση τον συγκρίσιμο πίνακα της ACEA για το 2024, η Ελλάδα βρισκόταν στην τρίτη θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ ως προς τον υψηλότερο ΕΦΚ στην αμόλυβδη βενζίνη, πίσω μόνο από την Ολλανδία και την Ιταλία. Ακολουθούσαν Ιρλανδία, Φινλανδία, Γαλλία, Δανία και Γερμανία, ενώ στον αντίποδα χώρες όπως η Βουλγαρία και η Μάλτα διατηρούσαν πολύ χαμηλότερα επίπεδα φορολόγησης.

Ενδεικτική είναι και η περίπτωση της Κύπρου, όπου ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στην αμόλυβδη διαμορφώνεται περίπου στα 0,359 ευρώ ανά λίτρο, επίπεδο που βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτό της Βουλγαρίας και αισθητά χαμηλότερα από την ελληνική επιβάρυνση που ίσχυε μέχρι σήμερα. Η σύγκριση αυτή ενίσχυσε περαιτέρω το επιχείρημα ότι η Ελλάδα είχε απομακρυνθεί υπερβολικά από ανταγωνιστικά και διαχειρίσιμα επίπεδα φορολόγησης.

Advertisement

Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία και σε πολιτικό επίπεδο. Μόλις πριν από δύο εβδομάδες, ο πρωθυπουργός είχε προϊδεάσει για την ανάγκη μείωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο παρέμβασης. Ωστόσο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης είχε τότε κρατήσει επιφυλακτική στάση, σημειώνοντας ότι όλα θα εξαρτηθούν από τα δημοσιονομικά περιθώρια. Τελικά, η εκρηκτική πίεση στην αγορά, οι νέες διεθνείς απειλές για την ενέργεια και η κοινωνική δυσφορία φαίνεται πως έγειραν οριστικά την πλάστιγγα υπέρ της παρέμβασης.

Για την κυβέρνηση, η μείωση του ΕΦΚ δεν είναι μόνο ένα μέτρο ανακούφισης. Είναι και μια κίνηση με σαφές μήνυμα προς την αγορά: ότι προτεραιότητα είναι πλέον η συγκράτηση της επιβάρυνσης στην παραγωγή, στις μεταφορές και στην καθημερινότητα. Για τους πολίτες σημαίνει πιο χαμηλή τιμή στην αντλία. Για τους επαγγελματίες σημαίνει μικρότερη πίεση στο λειτουργικό κόστος. Και για την οικονομία συνολικά, σημαίνει μια απόπειρα να περιοριστεί εγκαίρως ένα νέο πληθωριστικό ντόμινο.

Η σημερινή απόφαση ανοίγει πλέον ένα νέο κεφάλαιο στη συζήτηση για τη φορολογία των καυσίμων στην Ελλάδα. Για χρόνια, η χώρα επέμενε σε μια από τις υψηλότερες επιβαρύνσεις στην Ευρώπη. Από σήμερα, όμως, 1η Απριλίου, η κυβέρνηση επιχειρεί να αλλάξει γραμμή, αναγνωρίζοντας ότι σε περιόδους ακραίας διεθνούς αστάθειας η αγορά δεν αντέχει άλλες καθυστερήσεις.

Advertisement