Η εκτίναξη των τιμών ενέργειας, στον απόηχο της κρίσης στη Μέση Ανατολή, απειλεί να αυξήσει τους λογαριασμούς των ευρωπαϊκών νοικοκυριών πάνω από 1.800 ευρώ ετησίως με την Ελλάδα να περνά σε ζώνη αυξημένης πίεσης σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (European Trade Union Confederation – ETUC), η οποία καλεί την ΕΕ σε άμεση και ριζική παρέμβαση, μεταξύ άλλων και με αναστολή των δημοσιονομικών κανόνων.
Βάσει της ανάλυσης του Ευρωπαϊκού Συνδικαλιστικού Ινστιτούτου (European Trade Union Institute – ETUI), η αύξηση κατά 50% στο ενεργειακό κόστος, εφόσον διατηρηθεί για ένα έτος, θα εκτινάξει τον μέσο ετήσιο λογαριασμό ενέργειας στην ΕΕ από 3.792 σε 5.688 ευρώ, φτάνοντας το 12% της συνολικής δαπάνης των νοικοκυριών, με σημαντικές επιβαρύνσεις στα περισσότερα κράτη-μέλη.
Εκτιμήσεις για την Ελλάδα
Σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις του ινστιτούτου, για την Ελλάδα ο πίνακας δείχνει ότι η μέση ετήσια δαπάνη ενέργειας ανέρχεται σήμερα σε 3.209 ευρώ, αντιστοιχώντας στο 7,3% του συνολικού προϋπολογισμού ενός νοικοκυριού. Σε περίπτωση αύξησης του ενεργειακού κόστους κατά 50%, η επιβάρυνση θα φτάσει τα επιπλέον 1.605 ευρώ ετησίως, με τη συνολική δαπάνη να αυξάνεται αντίστοιχα. Με βάση εκτιμώμενη συνολική ετήσια δαπάνη νοικοκυριού στα 43.979 ευρώ, το μερίδιο της ενέργειας θα επιβαρύνει περαιτέρω τον προϋπολογισμό κατά 3,6 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας στο 10,9% μετά την αύξηση.
Τι μέτρα ζητούν
Η έρευνα του ETUI καταγράφει το άμεσο αποτύπωμα που θα είχε μια διατηρούμενη αύξηση 50% στο ενεργειακό κόστος, εξέλιξη που συνδέεται με την αντίστοιχη άνοδο της τιμής του πετρελαίου από την έναρξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Υπό αυτό το σενάριο, ο μέσος ετήσιος λογαριασμός ενέργειας στην ΕΕ θα αυξανόταν από 3.792 σε 5.688 ευρώ, φτάνοντας το 12% της συνολικής δαπάνης των νοικοκυριών. Στην πλειονότητα των κρατών-μελών θα ξεπερνούσε το 10% των συνολικών εξόδων, ενώ σε έξι χώρες θα υπερέβαινε το 15%, με επιβάρυνση άνω των 2.000 ευρώ ετησίως σε 11 κράτη-μέλη.
Το «καμπανάκι» των συνδικάτων έρχεται σε μια περίοδο που όπως υπογραμμίζουν η ευρωπαϊκή οικονομία ήδη πιέζεται: πριν ακόμη από τη νέα κρίση, 47,5 εκατομμύρια πολίτες στην ΕΕ δεν μπορούσαν να διατηρήσουν επαρκώς θερμή την κατοικία τους, ενώ η βιομηχανία έχει χάσει κατά μέσο όρο 27.000 θέσεις εργασίας τον μήνα τα τελευταία δύο χρόνια, κυρίως λόγω του ενεργειακού κόστους.
Η ETUC ζητά, μεταξύ άλλων, αποσύνδεση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας από το φυσικό αέριο, ενίσχυση των δικτύων και των δημόσιων επενδύσεων, επαναφορά εργαλείων κρίσης τύπου SURE, φορολόγηση υπερκερδών των ενεργειακών εταιρειών και μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία για τα κράτη-μέλη.
Πιο ειδικά αυτά που θέτουν ως προϋποθέσεις είναι τα εξής:
Αποσύνδεση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας από το φυσικό αέριο: Ακόμη και όπου κυριαρχούν οι ανανεώσιμες πηγές, το φυσικό αέριο εξακολουθεί συχνά να καθορίζει τις τιμές στη χονδρεμπορική αγορά, πλήττοντας εργαζόμενους και επιχειρήσεις.
Αύξηση της δυναμικότητας των ηλεκτρικών δικτύων: Χωρίς επιτάχυνση της επέκτασης, της διασύνδεσης και του εκσυγχρονισμού των δικτύων, η φθηνότερη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές δεν θα μεταφραστεί σε χαμηλότερες τελικές τιμές.
Ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων σε υποδομές: Το ιδιωτικό κεφάλαιο μπορεί να συμπληρώνει τη δημόσια δράση, αλλά δεν μπορεί να την υποκαθιστά.
Εργαλείο διαχείρισης κρίσεων: Με βάση το μοντέλο του προγράμματος SURE (Support to mitigate Unemployment Risks in an Emergency), το οποίο προστάτευσε θέσεις εργασίας κατά την πανδημία, η Ευρώπη πρέπει να διασφαλίσει την προστασία της απασχόλησης, των εισοδημάτων και της παραγωγής σε στρατηγικούς τομείς.
Φορολόγηση υπερκερδών (windfall taxes) στις ενεργειακές εταιρείες: Μέτρα για τον περιορισμό της κερδοσκοπίας από ενεργειακούς ομίλους που αποκομίζουν έως και 80 εκατ. ευρώ ημερησίως, αυξάνοντας τις τιμές σε όλη την οικονομία και τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό.
Αναστολή των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ: Τα κράτη-μέλη πρέπει να διαθέτουν τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο ώστε να στηρίξουν μια δίκαιη μετάβαση για τους εργαζόμενους, με τον ίδιο ρυθμό που εξελίσσεται η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Σύμφωνα με την Esther Lynch είναι ανάγκη να αντιμετωπιστεί και η ρίζα του προβλήματος, με επενδύσεις σε φθηνή και αξιόπιστη ευρωπαϊκή ενεργειακή παραγωγή, ώστε να μην παραμένουμε στο μέλλον έρμαιο εξωγενών εξελίξεων.
«Χωρίς βαθιές μεταρρυθμίσεις, η Ευρώπη δεν έχει καμία πιθανότητα να οικοδομήσει μια πιο ανταγωνιστική οικονομία, να δημιουργήσει ποιοτικές θέσεις εργασίας ή να διασφαλίσει υψηλότερα επίπεδα διαβίωσης.»