Αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο το κράτος θα «βλέπει» την περιουσία, τις κινήσεις χρημάτων και την πραγματική εικόνα κάθε φορολογούμενου, με νέο σχέδιο νόμου που παίρνει το δρόμο για τη Βουλή. Μία από τις αλλαγές που αναμένεται να επηρεάσουν την καθημερινότητα χιλιάδων πολιτών φέρνει ο… ΜΙΔΑΣ και αφορά στην κύρια κατοικία.
Μέχρι σήμερα, η πρώτη ή κύρια κατοικία αποδεικνυόταν κυρίως μέσα από τη φορολογική δήλωση. Αυτό όμως σταδιακά αλλάζει. Με το νέο πλαίσιο, η πιστοποίηση της κύριας κατοικίας μεταφέρεται στο Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ), το οποίο από το 2027 θα αποτελεί την κύρια βάση πληροφόρησης για την Εφορία. Αυτό σημαίνει ότι το αν ένα ακίνητο θεωρείται πράγματι κύρια κατοικία δεν θα κρίνεται μόνο από το τι δηλώνει ο φορολογούμενος, αλλά από το τι αποτυπώνεται ψηφιακά στο επίσημο μητρώο ακινήτων.
Η αλλαγή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία κυρίως για όσους διεκδικούν απαλλαγές ή ευνοϊκή μεταχείριση, όπως στην περίπτωση της απαλλαγής από τον ΕΝΦΙΑ για κατοικίες σε μικρούς οικισμούς. Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι η συγκεκριμένη απαλλαγή θα αφορά κατοικίες σε οικισμούς έως 1.500 κατοίκους, ενώ σε ορισμένες παραμεθόριες περιοχές το όριο ανεβαίνει στους 1.700 κατοίκους, με ανώτατη αξία ακινήτου τις 400.000 ευρώ. Μέχρι να τεθεί πλήρως σε λειτουργία το ΜΙΔΑ, η κύρια κατοικία θα συνεχίσει να αποδεικνύεται από τη δήλωση εισοδήματος του προηγούμενου φορολογικού έτους.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως όσοι έχουν ακίνητα σε χωριά, μικρούς οικισμούς ή περιοχές με ειδικό καθεστώς θα πρέπει να είναι πολύ πιο προσεκτικοί ως προς το πώς εμφανίζεται το ακίνητό τους στα ηλεκτρονικά συστήματα. Το κράτος περνά από τη λογική της «δήλωσης» στη λογική της ψηφιακής επιβεβαίωσης. Και αυτό, αν και μπορεί να περιορίσει καταχρήσεις, δημιουργεί και μια νέα υποχρέωση για τον πολίτη: να έχει σωστά και πλήρως τακτοποιημένη την εικόνα της ακίνητης περιουσίας του.
Στο ίδιο πνεύμα, το νομοσχέδιο φέρνει και μια ακόμη αλλαγή που αφορά την ακίνητη περιουσία συνολικά: στον υπολογισμό της αξίας για την προσαύξηση φόρου δεν θα προσμετράται πλέον, κατά το μέρος της απαλλαγής, η αξία ακινήτων που ήδη εξαιρούνται από φόρο. Με απλά λόγια, η Εφορία επιχειρεί να διορθώσει περιπτώσεις όπου ένας ιδιοκτήτης επιβαρυνόταν τεχνητά επειδή το σύστημα «φούσκωνε» τη συνολική του περιουσία, ακόμη και όταν μέρος αυτής είχε φορολογική απαλλαγή.
Καταθέσεις και διαφάνεια
Αμέσως μετά την κατοικία, το δεύτερο μεγάλο πεδίο αλλαγών είναι οι τραπεζικές καταθέσεις και οι χρηματοοικονομικές κινήσεις, ώστε η ΑΑΔΕ να έχει μια πλήρη εικόνα και όχι αποσπασματικά δεδομένα για την περιουσία των φορολογουμένων.
Με βάση το νέο πλαίσιο, οι τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα διαβιβάζουν πολύ πιο αναλυτικά στοιχεία για τους λογαριασμούς. Δεν θα αποστέλλονται μόνο βασικά δεδομένα, αλλά το υπόλοιπο ή η αξία του λογαριασμού στο τέλος κάθε έτους, καθώς και στοιχεία για τόκους, μερίσματα, λοιπά εισοδήματα, ακόμη και τα ακαθάριστα έσοδα από πωλήσεις ή εξαγορές χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Επιπλέον, θα αποτυπώνονται πιο καθαρά και οι κοινοί λογαριασμοί, δηλαδή ποιοι είναι οι συνδικαιούχοι και πόσοι ακριβώς συμμετέχουν σε αυτούς.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η φορολογική διοίκηση θα μπορεί να σχηματίζει πολύ πιο ακριβή εικόνα όχι μόνο για το τι υπάρχει σε έναν λογαριασμό, αλλά και για το πώς κινήθηκαν τα χρήματα. Για τον μέσο πολίτη, αυτό μεταφράζεται σε μία πολύ απλή αλλά κρίσιμη υποχρέωση: τα ποσά που εμφανίζονται σε τραπεζικούς λογαριασμούς πρέπει να μπορούν να δικαιολογηθούν. Όχι μόνο όταν υπάρχει έλεγχος, αλλά και προληπτικά, μέσα από τις αυτόματες διασταυρώσεις.
«Κλειδί» για όλα ο ΑΦΜ
Το εργαλείο που θα «κουμπώνει» όλα αυτά τα δεδομένα είναι ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ). Το νομοσχέδιο ενισχύει τον ρόλο του ΑΦΜ ως βασικού αναγνωριστικού στοιχείου, ώστε οι πληροφορίες που φτάνουν από τράπεζες, επενδυτικούς φορείς ή και από το εξωτερικό να μπορούν να αντιστοιχίζονται χωρίς κενά ή ασυμφωνίες σε συγκεκριμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα.
Το ίδιο αυστηρό πλαίσιο επεκτείνεται και στα κρυπτονομίσματα, τα οποία μέχρι σήμερα βρίσκονταν συχνά σε μια «γκρίζα» φορολογική ζώνη. Με το νέο νομοσχέδιο, οι πάροχοι υπηρεσιών crypto θα υποχρεώνονται να αποστέλλουν στοιχεία για χρήστες και συναλλαγές, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οδηγίας DAC8. Δηλαδή, οι φορολογικές αρχές θα μπορούν πλέον να εντοπίζουν πολύ πιο εύκολα μεταφορές, υπεραξίες και περιουσιακά στοιχεία που ως τώρα ήταν δύσκολο να παρακολουθηθούν. Παράλληλα, προβλέπεται και κεντρικό ευρετήριο κρυπτοστοιχείων, ώστε να υπάρχει ηλεκτρονική διασταύρωση και επαλήθευση των στοιχείων. Για τους παρόχους προβλέπεται και νέα κλίμακα προστίμων, που φτάνει έως και τις 5.000 ευρώ σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης.
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει και άλλες παρεμβάσεις που δεν περνούν απαρατήρητες. Θεσμοθετεί, για παράδειγμα, τις δεσμευτικές απαντήσεις (tax rulings) από την ΑΑΔΕ, ώστε επιχειρήσεις ή φορολογούμενοι να μπορούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων τη φορολογική μεταχείριση μιας υπόθεσής τους, αν και το σχετικό κόστος παραμένει υψηλό. Παράλληλα, αυστηροποιεί το πλαίσιο για τα μετρητά άνω των 500 ευρώ, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα «σπαστών» πληρωμών εκτός τραπεζικού συστήματος, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να βάλει τάξη και στο θέμα των προστίμων για εκπρόθεσμες δηλώσεις, με διαγραφή ή συμψηφισμό παλαιότερων προστίμων σε ορισμένες περιπτώσεις.
Με το νέο σχέδιο νόμου, το φορολογικό σύστημα περνά σε μια νέα φάση, όπου η κύρια κατοικία, οι καταθέσεις, οι επενδύσεις και τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία συνδέονται όλο και περισσότερο σε ένα ενιαίο ηλεκτρονικό πλέγμα ελέγχου. Για τον πολίτη αυτό σημαίνει λιγότερα περιθώρια για ασάφειες, αλλά και μεγαλύτερη ανάγκη να έχει τα οικονομικά και περιουσιακά του στοιχεία καθαρά, δηλωμένα και τεκμηριωμένα.