Σαφές μήνυμα πίεσης προς τις Βρυξέλλες στέλνει η Ουάσιγκτον, συνδέοντας ευθέως τη διατλαντική εμπορική συμφωνία με την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και τη ροή προμηθειών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Σύμφωνα με τους Financial Times, οι Ηνωμένες Πολιτείες προειδοποιούν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εφαρμόσει τη συμφωνία που υπογράφηκε στο Turnberry της Σκωτίας χωρίς τροποποιήσεις, διαφορετικά κινδυνεύει να χάσει την «ευνοϊκή» πρόσβαση σε φορτία LNG από Αμερικανούς εξαγωγείς, σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή αγορά παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη στον διεθνή ανταγωνισμό για ενεργειακές προμήθειες.
Το μήνυμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς η επικύρωση της συμφωνίας έχει καθυστερήσει, ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προετοιμάζεται στις 26 Μαρτίουν να ψηφίσει επί του πλαισίου εφαρμογής της, έχοντας ήδη ενσωματώσει μηχανισμούς προστασίας απέναντι σε μονομερείς εμπορικές κινήσεις.
Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην ΕΕ, Άντριου Πάζντερ, κατέστησε σαφές ότι το ενεργειακό σκέλος της συμφωνίας, που προβλέπει, μεταξύ άλλων, αγορές αμερικανικής ενέργειας ύψους 750 δισ. δολαρίων έως το 2028 δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο εάν η Ένωση επιχειρήσει να επαναδιαπραγματευτεί τους όρους:
«Δεν ξέρω τι θα συμβεί στον τομέα της ενέργειας αν δεν προχωρήσουν με τη συμφωνία. Αν δεν εφαρμοστεί η συμφωνία ουσιαστικά επιστρέφουμε στο μηδέν. Δεν είμαι σίγουρος ποια θα είναι η συνέχεια», δήλωσε στους Financial Times.
Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αλλαγής των όρων συνεργασίας εις βάρος της Ευρώπης, υπογραμμίζοντας ότι η ενεργειακή σχέση δεν είναι μονοσήμαντη:
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να θέλουν να κάνουν δουλειές με την Ευρώπη, αλλά οι όροι μπορεί να μην είναι πλέον τόσο ευνοϊκοί. Το περιβάλλον σίγουρα δεν θα είναι το ίδιο ευνοϊκό. Και… υπάρχουν και άλλοι αγοραστές εκεί έξω».
Πρόσθεσε δε ότι: «Αν θέλουν [τα κράτη μέλη της ΕΕ] να επιβιώσουν οικονομικά, χρειάζονται ενέργεια, και εμείς μπορούμε να την παρέχουμε».
Ο Άντριου Πούζντερ έθεσε επίσης ζήτημα για τον κανονισμό της ΕΕ περί εκπομπών μεθανίου, υποστηρίζοντας ότι οι απαιτήσεις δήλωσης έως την 1η Ιανουαρίου είναι δύσκολο να τηρηθούν από τους περισσότερους Αμερικανούς παραγωγούς και θα πρέπει να αναθεωρηθούν.
Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβεβαιώνει ότι ο κανονισμός δεν θα επηρεάσει αρνητικά τις εισαγωγές, με τον Πούζντερ να εμφανίζεται «αισιόδοξος» ότι τελικά θα υπάρξουν αλλαγές, προειδοποιώντας πως διαφορετικά μπορεί να αυξηθεί το κόστος καυσίμων και να ενισχυθεί η πίεση για άρση εμπορικών εμποδίων.
Οι δηλώσεις αυτές αποτυπώνουν μια σαφή μετατόπιση της αμερικανικής στρατηγικής, όπου η ενέργεια και ειδικότερα το LNG αξιοποιείται ως διαπραγματευτικό εργαλείο στο πλαίσιο ευρύτερων εμπορικών και γεωπολιτικών ισορροπιών.
Η πίεση αυτή ασκείται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη έχει αυξήσει σημαντικά την εξάρτησή της από αμερικανικές προμήθειες LNG, μετά τη δραστική μείωση των ρωσικών ροών φυσικού αερίου από το 2022 και έπειτα. Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί σε βασικό προμηθευτή, οι ευρωπαϊκές αγορές παραμένουν ευάλωτες σε διεθνείς αναταράξεις και στον ανταγωνισμό από μεγάλους αγοραστές, όπως η Κίνα.
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τη συμφωνία που επιτεύχθηκε στη Σκωτία πέρυσι, επιβλήθηκε δασμός 15% στις περισσότερες εξαγωγές της ΕΕ, ενώ η Ένωση συμφώνησε να μηδενίσει τους δικούς της δασμούς σε αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα και ορισμένα αγροτικά αγαθά.
Ωστόσο, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να ακυρώσει τους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ, ο ίδιος προχώρησε σε νέο παγκόσμιο δασμό μέσω διαφορετικού νομικού πλαισίου, ο οποίος μπορεί να ισχύσει έως τις 24 Ιουλίου, διαμορφώνοντας τον μέσο συνολικό δασμό στο 15,8%.
Σε αυτό το περιβάλλον, η στάση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η θέση που έχει ήδη διαμορφωθεί από την Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωκοινοβουλίου όπου ενσωμάτωσε την περασμένη εβδομάδα ένα πολυεπίπεδο σύστημα προστασίας το οποίο βασίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: ρήτρα έναρξης, ρήτρα λήξης και ρήτρα αναστολής (suspension), αποσκοπεί ακριβώς στο να αποτρέψει ένα σενάριο εφαρμογής της συμφωνίας χωρίς σαφείς εγγυήσεις και να διασφαλίσει ότι η ΕΕ θα διατηρεί τη δυνατότητα άμεσης αντίδρασης σε περιπτώσεις μονομερών ενεργειών ή πολιτικής πίεσης.
Μετά την ψήφιση στο Ευρωκοινοβούλιο, εάν η συμφωνία περάσει, θα ακουλουθήσουν διαπραγματεύσεις μεταξύ Κοινοβουλίου, Συμβουλίου και Επιτροπής για την οριστικοποίηση της νομοθεσίας και εκεί τα κράτη μέλη μπορεί να εγείρουν ενστάσεις όσον αφορά τις επίμαχες διατάξεις.
Η επερχόμενη ψηφοφορία στην Ολομέλεια αναμένεται, συνεπώς, να αποτελέσει όχι μόνο κρίσιμο τεστ για τη συμφωνία, αλλά και για το κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας και στη διατήρηση της στρατηγικής της αυτονομίας έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών.