Η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ από την 1η Απριλίου βρίσκει, σε γενικές γραμμές, θετική ανταπόκριση από τους βασικούς εκπροσώπους της επιχειρηματικότητας, οι οποίοι ωστόσο σπεύδουν να επισημάνουν ότι χωρίς παράλληλα μέτρα στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, το νέο μισθολογικό βάρος μπορεί να αποδειχθεί δύσκολα διαχειρίσιμο. Στον αντίποδα, η ΓΣΕΕ θεωρεί ότι η αύξηση είναι ανεπαρκής σε σχέση με το κόστος ζωής και επαναφέρει το αίτημα για ουσιαστικές συλλογικές διαπραγματεύσεις.
«Χρειάζεται αντιστάθμισμα για τους εργοδότες»
Η βασική γραμμή που εκπέμπουν οι εργοδοτικοί και επαγγελματικοί φορείς είναι ότι η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων είναι αναγκαία, τόσο για κοινωνικούς λόγους όσο και για τη στήριξη της κατανάλωσης και της αγοράς. Ωστόσο, σημειώνουν ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από τις συνολικές επιβαρύνσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις.
Ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, χαρακτήρισε σωστή την αύξηση, επισημαίνοντας ότι οι εργαζόμενοι είναι ταυτόχρονα και καταναλωτές, άρα η ενίσχυση των αποδοχών τους μπορεί να λειτουργήσει θετικά για την αγορά. Την ίδια στιγμή, όμως, τόνισε ότι η νέα μισθολογική επιβάρυνση προστίθεται σε ένα ήδη δύσκολο περιβάλλον για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όπου παραμένουν ανοιχτά ζητήματα όπως η προκαταβολή φόρου, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος, η ενεργειακή επιβάρυνση και τα αυξημένα λειτουργικά έξοδα.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ΓΣΕΒΕΕ, η οποία βλέπει θετικά την αύξηση ως μέτρο ενίσχυσης του εισοδήματος, αλλά ζητά ταυτόχρονα μείωση της φορολογίας και συνολική ελάφρυνση του επιχειρηματικού κόστους, ώστε οι μικρές επιχειρήσεις να μπορέσουν να απορροφήσουν τη νέα πραγματικότητα χωρίς να πληγεί η βιωσιμότητά τους. Το βασικό μήνυμα είναι σαφές: η αύξηση του κατώτατου μισθού μπορεί να είναι κοινωνικά ορθή, αλλά για να είναι και οικονομικά βιώσιμη χρειάζεται ένα παράλληλο «πακέτο» στήριξης της αγοράς.
Ανάλογη προσέγγιση εκφράζει και το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας, το οποίο συμφωνεί με την κατεύθυνση της αύξησης, ζητώντας όμως ταυτόχρονα συγκεκριμένα μέτρα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το επιχείρημα που προβάλλεται είναι ότι οι ΜμΕ δεν διαφωνούν με την ανάγκη καλύτερων αμοιβών για τους εργαζόμενους, αλλά αδυνατούν να σηκώσουν μόνες τους το βάρος, εάν δεν υπάρξουν φορολογικά, ασφαλιστικά και ενεργειακά αντίβαρα. Έτσι, οι επιχειρηματικοί φορείς εμφανίζονται να λένε ένα «ναι, αλλά» στην κυβερνητική απόφαση.
Λιγότερα βάρη, περισσότερη αντοχή
Πίσω από τις δημόσιες παρεμβάσεις των εργοδοτικών φορέων διαμορφώνεται ένα κοινό υπόβαθρο: η αγωνία για τη συνολική αντοχή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η αγορά ζητά η αύξηση του κατώτατου μισθού να μη μετατραπεί σε ακόμη έναν παράγοντα πίεσης σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος ενέργειας, τα ενοίκια, οι ασφαλιστικές εισφορές και η φορολογική επιβάρυνση εξακολουθούν να περιορίζουν τα περιθώρια λειτουργίας. Με άλλα λόγια, οι φορείς των εργοδοτών δεν αμφισβητούν την κοινωνική στόχευση της αύξησης, αλλά ζητούν να μην εφαρμοστεί με όρους «μονομερούς λογαριασμού» εις βάρος των επιχειρήσεων.
Τι λέει η ΓΣΕΕ
Στον αντίποδα, η ΓΣΕΕ αντιμετωπίζει την κυβερνητική απόφαση με σαφώς πιο κριτικό τρόπο. Σύμφωνα με τη Συνομοσπονδία, η αύξηση κατά 40 ευρώ δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει τη συνεχιζόμενη υποχώρηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια σε βασικά αγαθά, η στέγαση και η ενέργεια εξακολουθούν να συμπιέζουν έντονα τα νοικοκυριά.
Η ΓΣΕΕ επικαλείται τις μελέτες του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, σύμφωνα με τις οποίες ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων δυσκολεύεται να καλύψει βασικές μηνιαίες ανάγκες, ενώ εκτιμά ότι ένας κατώτατος μισθός αξιοπρεπούς διαβίωσης θα έπρεπε να διαμορφώνεται αισθητά υψηλότερα, στα 1.052 ευρώ μεικτά για το 2026. Με αυτό το σκεπτικό, η νέα αύξηση θεωρείται από την πλευρά των εργαζομένων περισσότερο περιορισμένη παρά ουσιαστική.
Παράλληλα, η Συνομοσπονδία επαναφέρει στο προσκήνιο ένα πάγιο αίτημα: την επαναφορά του καθορισμού του κατώτατου μισθού μέσα από ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και όχι μέσω μονομερών κυβερνητικών αποφάσεων. Κατά τη ΓΣΕΕ, μόνο μέσα από έναν θεσμικά ισχυρό κοινωνικό διάλογο μπορεί να προκύψει μια λύση που να είναι ταυτόχρονα δίκαιη για τους εργαζόμενους και βιώσιμη για την οικονομία.