Από την 1η Απριλίου δρομολογείται νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, σε μια συγκυρία όπου το κόστος ζωής παραμένει υψηλό και η συζήτηση για την αγοραστική δύναμη των μισθών επανέρχεται δυναμικά. Το τελικό ύψος της αύξησης θα καθοριστεί μετά την ολοκλήρωση της διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους, ωστόσο οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι ο κατώτατος μισθός θα κινηθεί κοντά στα 920-930 ευρώ μεικτά, από 880 ευρώ σήμερα.
Η αναπροσαρμογή εντάσσεται στη σταδιακή πορεία αυξήσεων των τελευταίων ετών, με τον κατώτατο μισθό να έχει ενισχυθεί σημαντικά σε σχέση με το 2019. Παράλληλα, προωθείται νομοθετική ρύθμιση για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, με στόχο τη διεύρυνση της κάλυψης των εργαζομένων και την ταχύτερη εφαρμογή κλαδικών και επιχειρησιακών συμφωνιών, χωρίς μεταβατικό στάδιο.
Από το 2019 έως σήμερα ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί σημαντικά σε ονομαστικούς όρους, χωρίς όμως να ακολουθεί με τον ίδιο ρυθμό την άνοδο του κόστους ζωής. Από τα 650 ευρώ το 2019, σήμερα βρίσκεται στα 880 ευρώ, ενώ τον Απρίλιο του 2026 αναμένεται να αυξηθεί στα επίπεδα των 920–930 ευρώ. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, στο τέλος του 2027 ο κατώτατος μισθός θα φτάσει τα 950 ευρώ, αποτυπώνοντας μια σταδιακή αλλά συγκρατημένη πορεία ενίσχυσης του εισοδήματος των χαμηλόμισθων.
Στο κυβερνητικό επιτελείο επισημαίνεται ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού αφορά άμεσα περίπου 600.000 εργαζόμενους, ενώ έμμεσα επηρεάζει επιδόματα και παροχές που συνδέονται με αυτόν. Την ίδια στιγμή, διατηρείται ο στόχος για περαιτέρω ενίσχυση του κατώτατου μισθού τα επόμενα χρόνια, με ορίζοντα τα 950 ευρώ μέχρι το τέλος της τετραετίας.
Από τα μέσα του 2027 και μετά οι αναπροσαρμογές θα γίνονται μέσω ενός αυτοματοποιημένου μηχανισμού, που θα λαμβάνει υπόψη του την πορεία του πληθωρισμού και της ανάπτυξης.
Το κρίσιμο ερώτημα
Παρά το θετικό πρόσημο, η αύξηση δεν λύνει το βασικό πρόβλημα της αγοραστικής δύναμης. Οι καθαρές αποδοχές παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τα μεικτά ποσά, ενώ οι πιέσεις από την ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγη περιορίζουν το πραγματικό όφελος για τους εργαζόμενους. Για πολλούς, η αύξηση λειτουργεί περισσότερο ως αντιστάθμισμα απωλειών παρά ως ουσιαστική βελτίωση του εισοδήματος.
Παράλληλα, αναδεικνύεται και ένα διαρθρωτικό ζήτημα της ελληνικής αγοράς εργασίας, ο κατώτατος μισθός τείνει να μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς για ένα ευρύ φάσμα αμοιβών, περιορίζοντας τη δυναμική ανόδου των μισθών συνολικά. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενεργοποίηση των συλλογικών συμβάσεων θεωρείται κρίσιμη, ώστε οι αυξήσεις να μην εξαντλούνται στο κατώφλι της μισθωτής εργασίας.
Σε κάθε περίπτωση, ο κατώτατος μισθός ανεβαίνει. Το ζητούμενο είναι αν μαζί του θα ανέβει και το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων.