Από σήμερα, 1η Απριλίου 2026, τίθεται σε ισχύ ο νέος κατώτατος μισθός, ανεβάζοντας τον βασικό μισθό στα 920 ευρώ μικτά, σε μια εξέλιξη που επηρεάζει άμεσα περίπου 1,5 εκατομμύριο πολίτες, σύμφωνα με το Υπουργείο Εργασίας. Η νέα αναπροσαρμογή σηματοδοτεί μία ακόμη αύξηση στο κατώτατο επίπεδο αποδοχών, ενισχύοντας όχι μόνο τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, αλλά και μια σειρά από επιδόματα και παροχές που συνδέονται με αυτόν.
Η αύξηση αντιστοιχεί σε 4,55% σε σχέση με πέρυσι, με το νέο ποσό να μεταφράζεται σε 40 ευρώ περισσότεραγια τους υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης. Παράλληλα, αυξάνεται και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών, το οποίο ανεβαίνει από τα 39,30 ευρώ στα 41,09 ευρώ. Πρόκειται για μια προσαρμογή που αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου η πίεση από το κόστος ζωής εξακολουθεί να επιβαρύνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Η νέα παρέμβαση έρχεται να προστεθεί σε μια διαδοχική πορεία αυξήσεων των τελευταίων ετών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Υπουργείο Εργασίας, από το 2019 έως σήμερα η σωρευτική αύξηση του κατώτατου μισθού φθάνει τα 270 ευρώ τον μήνα, ή 3.780 ευρώ σε ετήσια βάση, αντιστοιχώντας σε συνολική αύξηση 41,54%. Με απλά λόγια, ο βασικός μισθός έχει ενισχυθεί σημαντικά μέσα σε μία επταετία, με την κυβέρνηση να διατηρεί ως επόμενο στόχο το επίπεδο των 950 ευρώ έως το 2027.
Ο κατώτατος μισθός λειτουργεί ως βάση για μια ευρύτερη αλυσίδα αποδοχών και υπολογισμών στην αγορά εργασίας. Δεν αφορά μόνο όσους αμείβονται ακριβώς με τον βασικό μισθό, αλλά επηρεάζει και σειρά άλλων οικονομικών μεγεθών, από επιδόματα και αποζημιώσεις έως τμήματα του μισθολογικού κόστους σε ολόκληρη την αγορά. Γι’ αυτό και η επίδρασή του ξεπερνά τον στενό πυρήνα των χαμηλόμισθων εργαζομένων και αποκτά ευρύτερο αποτύπωμα στην οικονομία.
Το Υπουργείο Εργασίας επιχειρεί να παρουσιάσει τη νέα αύξηση ως μέρος μιας συνολικότερης στρατηγικής ενίσχυσης της απασχόλησης και του διαθέσιμου εισοδήματος. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει τόσο τη μείωση της ανεργίας — η οποία, σύμφωνα με την κυβερνητική αποτίμηση, βρίσκεται σε χαμηλό 18 ετών — όσο και την επέκταση της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας, αλλά και την πρόσφατη ενεργοποίηση νέων συλλογικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες φέρονται να καλύπτουν ήδη περίπου 500.000 εργαζομένους.
Παρότι η νέα αύξηση δημιουργεί μια καθαρά θετική εικόνα για το εισόδημα των μισθωτών, η πραγματική της αξία θα κριθεί τελικά από το αν μπορεί να υπερκαλύψει, ή έστω να περιορίσει, τη συνεχιζόμενη πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά από τις τιμές σε τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια και βασικές υπηρεσίες. Γιατί η ενίσχυση των ονομαστικών αποδοχών έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα μόνο όταν συνοδεύεται από αντίστοιχη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης. Και αυτό παραμένει το μεγάλο στοίχημα για κάθε αύξηση μισθών στην παρούσα συγκυρία.