Με ακριβότερο ρεζερβουάρ, υψηλότερο κόστος μετακίνησης και νέα πίεση σε οικογενειακούς και επαγγελματικούς προϋπολογισμούς μπαίνει η αγορά στην πασχαλινή περίοδο, καθώς οι τιμές των καυσίμων παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, με τα νησιά να εξακολουθούν να τραβούν την… ανηφόρα. Η εικόνα αυτή έρχεται σε μια στιγμή όπου αυξάνεται η κινητικότητα ενόψει εξόδου για το Πάσχα, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται η ανησυχία ότι η διεθνής ενεργειακή αστάθεια μπορεί να φέρει και νέο γύρο ανατιμήσεων.
Τα τελευταία επίσημα στοιχεία της ΔΙ.Μ.Ε.Α. δείχνουν ότι η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων διαμορφώθηκε στα 2,060 ευρώ το λίτρο στις 2 Απριλίου, από 2,049 ευρώ στις 27 Μαρτίου, καταγράφοντας νέα άνοδο μέσα σε λίγες ημέρες. Την ίδια ώρα, το diesel κίνησης διαμορφώθηκε στα 2,078 ευρώ το λίτρο, έναντι 2,107 ευρώ μία εβδομάδα νωρίτερα, παραμένοντας πάντως σε πολύ υψηλό επίπεδο για νοικοκυριά και επαγγελματίες. Το υγραέριο κίνησης κινείται στο 1,374 ευρώ, ενώ το πετρέλαιο θέρμανσης έχει ανέβει στο 1,739 ευρώ το λίτρο από 1,676 ευρώ, εξέλιξη που δείχνει ότι το ενεργειακό κόστος παραμένει συνολικά πιεσμένο.
Η πανελλαδική μέση εικόνα, ωστόσο, δεν αποτυπώνει το πραγματικό σοκ που βιώνουν καταναλωτές και επαγγελματίες σε αρκετές νησιωτικές περιοχές. Εκεί, το κόστος μεταφοράς, η μικρότερη αγορά, τα υψηλότερα λειτουργικά έξοδα και η έντονη εποχικότητα ανεβάζουν διαχρονικά τον πήχη πολύ ψηλότερα από τον εθνικό μέσο όρο. Έτσι, σε αρκετά νησιά, και ειδικά στις Κυκλάδες, το diesel και η βενζίνη κινούνται αισθητά πάνω από την ηπειρωτική Ελλάδα, με αποτέλεσμα το γέμισμα ενός οικογενειακού αυτοκινήτου να κοστίζει δεκάδες ευρώ περισσότερο σε σχέση με έναν οδηγό στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη.
Και αυτό δεν είναι μια αφηρημένη στατιστική. Για μια τετραμελή οικογένεια που ετοιμάζεται να ταξιδέψει στο νησί για το Πάσχα, το κόστος μετακίνησης δεν σταματά στα ακτοπλοϊκά. Αν προστεθεί και η τοπική μετακίνηση με αυτοκίνητο, το συνολικό έξοδο ανεβαίνει αισθητά. Το ίδιο ισχύει για ελεύθερους επαγγελματίες, διανομείς, μικρές επιχειρήσεις, τουριστικά καταλύματα ή επιχειρήσεις εστίασης, που ήδη βλέπουν το ενεργειακό κόστος να πιέζει τα περιθώριά τους πριν ακόμη ανοίξει πλήρως η σεζόν.
Ακόμη πιο έντονη είναι η επίπτωση για όσους κινούνται με diesel. Επαγγελματίες οδηγοί, μεταφορείς, εταιρείες logistics, αγρότες, συνεργεία, μικρές επιχειρήσεις τροφοδοσίας και όσοι έχουν καθημερινή επαγγελματική χρήση οχήματος, βλέπουν το κόστος κίνησης να απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους. Και όταν το καύσιμο ανεβαίνει, σχεδόν ποτέ δεν μένει μόνο στο πρατήριο. Μεταφέρεται σταδιακά σε μεταφορές, τροφοδοσία, διανομή και τελικά στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Αυτός είναι και ο λόγος που η συζήτηση για ενδεχόμενη επιδότηση ή άλλου τύπου παρέμβαση αποκτά ξανά πολιτική και κοινωνική βαρύτητα. Στην πράξη όμως, όσο οι τιμές παραμένουν κοντά ή πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο, οποιαδήποτε ενίσχυση λειτουργεί περισσότερο ως «ανάσα» και λιγότερο ως πραγματική ανατροπή της κατάστασης. Ειδικά σε περιοχές όπου οι τιμές είναι ήδη εκτός μέσου όρου, το όφελος για τον καταναλωτή συχνά εξανεμίζεται γρήγορα από τη συνολική επιβάρυνση.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο αν ληφθεί υπόψη το διεθνές περιβάλλον. Η ενεργειακή αγορά εξακολουθεί να επηρεάζεται από γεωπολιτικές εξελίξεις, την αβεβαιότητα στις θαλάσσιες μεταφορές, αλλά και την ένταση στη Μέση Ανατολή, που κρατά ζωντανό τον κίνδυνο νέων ανατιμήσεων σε πετρέλαιο και παράγωγα. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη κι αν σήμερα η αγορά δείχνει μια σχετική σταθεροποίηση σε ορισμένες κατηγορίες καυσίμων, το έδαφος παραμένει εύθραυστο.
Για τον καταναλωτή, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα πληρώσει λίγο παραπάνω στην αντλία, αλλά τι σημαίνει αυτό συνολικά για την καθημερινότητά του. Γιατί όταν η βενζίνη και το diesel ανεβαίνουν, δεν ακριβαίνει μόνο η μετακίνηση. Ακριβαίνει έμμεσα και το καλάθι, το delivery, το μεταφορικό κόστος, η τροφοδοσία, η τουριστική υπηρεσία, η τοπική αγορά. Και σε μια περίοδο που τα νοικοκυριά ήδη προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε λογαριασμούς, τρόφιμα και πασχαλινές ανάγκες, κάθε επιπλέον λεπτό στην αντλία μετρά.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η φετινή πασχαλινή έξοδος δεν θα κριθεί μόνο από τα ακτοπλοϊκά και τα διόδια. Θα κριθεί και από το ρεζερβουάρ. Και όσο οι διεθνείς ενεργειακές εξελίξεις κρατούν την αγορά σε επιφυλακή, το ερώτημα δεν είναι αν οι τιμές των καυσίμων πιέζουν ήδη τα νοικοκυριά. Το ερώτημα είναι πόσο ακόμη μπορούν να αντέξουν…