Η έκδοση του νέου 10ετούς ομολόγου της Ελλάδας αποτελεί αναμφίβολα ένα θετικό σήμα από τις αγορές. Όχι όμως πανάκεια. Ούτε απόδειξη ότι τα βαθύτερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας έχουν λυθεί. Είναι, ωστόσο, μια καθαρή ένδειξη εμπιστοσύνης που δημιουργεί ευκαιρίες, υπό την προϋπόθεση ότι θα αξιοποιηθούν σωστά.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε σε δημόσια ανάρτησή του ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυρικάκος Πιερρακάκης, η έκδοση του νέου 10ετούς ομολόγου από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους σημείωσε ιστορικά υψηλό ενδιαφέρον.
Η Ελλάδα άντλησε 4 δισ. ευρώ με απόδοση 3,47%, χαμηλότερη από την περσινή αντίστοιχη έκδοση (3,63%), σε μια περίοδο που τα ευρωπαϊκά επιτόκια κινούνται ανοδικά. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι οι αγορές αξιολογούν θετικά τη δημοσιονομική εικόνα της χώρας, παρά τις διεθνείς πιέσεις.
Όπως αναφέρει ο ίδιος ο υπουργός σε ανάρτηση του, το βιβλίο προσφορών έφτασε τα 49,5 δισ. ευρώ, με συμμετοχή 330 επενδυτών, καταγράφοντας το μεγαλύτερο ενδιαφέρον που έχει υπάρξει ποτέ για ελληνική έκδοση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι περίπου το 65% της έκδοσης καλύφθηκε από μεγάλους θεσμικούς επενδυτές, δηλαδή κεφάλαια μακροπρόθεσμου χαρακτήρα, που δεν κινούνται συγκυριακά αλλά με βάση τη συνολική αξιολόγηση μιας οικονομίας.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων προήλθε από το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, δύο αγορές με υψηλή θεσμική ωριμότητα και αυστηρά επενδυτικά φίλτρα. Το γεγονός αυτό ενισχύει την εικόνα αξιοπιστίας της χώρας στις διεθνείς αγορές χρήματος.
Η επιτυχής έκδοση του 10ετούς ομολόγου αποτελεί σαφώς μια έμπρακτη επιβεβαίωση της επενδυτικής βαθμίδας και της βελτιωμένης εικόνας της Ελλάδας. Μεταφράζεται σε:
- χαμηλότερο κόστος δανεισμού για το Δημόσιο,
- καλύτερες συνθήκες χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και τράπεζες,
- μεγαλύτερη σταθερότητα στο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον.
Ωστόσο, ένα επιτυχημένο δεκαετές ομόλογο δεν αρκεί από μόνο του για να αντιμετωπίσει τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας: το υψηλό κόστος ζωής, τη χαμηλή αγοραστική δύναμη, τις ανισότητες, τις πιέσεις στη μεσαία τάξη και τη δυσκολία μεταφοράς της μακροοικονομικής βελτίωσης στην καθημερινότητα των πολιτών.
Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι η επιτυχία μιας έκδοσης, αλλά η αξιοποίηση της εμπιστοσύνης που αυτή αποτυπώνει. Οι ξένοι θεσμικοί επενδυτές έστειλαν ένα σαφές μήνυμα: εμπιστεύονται τη χώρα σε επίπεδο σταθερότητας και προοπτικής.
Η ευθύνη πλέον είναι εσωτερική.
Να μετατραπεί αυτό το θετικό σήμα σε περισσότερες επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, καλύτερες θέσεις εργασίας, ενίσχυση του εισοδήματος και της κοινωνικής συνοχής.
Χωρίς αυτή τη μετάφραση, ακόμη και το πιο επιτυχημένο ομόλογο κινδυνεύει να μείνει ένας εντυπωσιακός αριθμός στατιστικών – και όχι εργαλείο ουσιαστικής προόδου.