Με ισχυρή υπέρβαση στόχων ξεκίνησε το 2026 για τα δημόσια οικονομικά, καθώς τον Ιανουάριο καταγράφηκε πρωτογενές πλεόνασμα 3,5 δισ. ευρώ, υπερδιπλάσιο από τον αρχικό στόχο.
Πίσω όμως από αυτή τη δημοσιονομική επίδοση βρίσκεται και η αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών, με τα έσοδα από φόρους να κινούνται υψηλότερα του στόχου, κυρίως λόγω της ισχυρής απόδοσης των έμμεσων φόρων που επιβαρύνουν την κατανάλωση. Έτσι, το εντυπωσιακό πλεόνασμα συνδυάζεται με τη διαρκή πίεση στα εισοδήματα των νοικοκυριών, τα οποία στηρίζουν σε μεγάλο βαθμό τα κρατικά έσοδα μέσω ΦΠΑ και λοιπών έμμεσων επιβαρύνσεων.
Σε επίπεδο συνολικού ισοζυγίου, ο κρατικός προϋπολογισμός εμφάνισε πλεόνασμα 2,287 δισ. ευρώ, όταν ο στόχος προέβλεπε μόλις 543 εκατ. ευρώ. Η εκκίνηση της χρονιάς δημιουργεί, έτσι, ένα ισχυρό δημοσιονομικό σήμα, το οποίο αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει των πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων της περιόδου.
Ωστόσο, μέρος της υπέρβασης συνδέεται με τεχνικούς παράγοντες. Συγκεκριμένα, ποσό 1,272 δισ. ευρώ αφορά ετεροχρονισμό μεταβιβαστικών πληρωμών προς φορείς της γενικής κυβέρνησης, ενώ επιπλέον 379 εκατ. ευρώ σχετίζονται με ετεροχρονισμό πληρωμών επενδυτικών δαπανών. Εξαιρουμένων αυτών των παραγόντων, η καθαρή υπέρβαση στο πρωτογενές αποτέλεσμα εκτιμάται σε 108 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, τα καθαρά έσοδα κινήθηκαν πολύ κοντά στον στόχο, παρουσιάζοντας οριακή αύξηση 33 εκατ. ευρώ.
Τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 6,136 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 0,5% έναντι του στόχου, ενώ τα έσοδα από φόρους έφτασαν τα 6,207 δισ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 1,2%. Σημαντική επίδραση στα έσοδα είχε η ολοκλήρωση της σύμβασης παραχώρησης της Εγνατίας Οδού, με ποσό 306 εκατ. ευρώ να καταγράφεται ως ΦΠΑ επί του τιμήματος και να συνοδεύεται από ισόποση επιστροφή φόρου, ενώ το ίδιο ποσό εγγράφηκε εκ νέου στην κατηγορία «Πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών».
Στο σκέλος των δαπανών, αυτές διαμορφώθηκαν στα 3,850 δισ. ευρώ, εμφανίζοντας σημαντική υστέρηση 1,710 δισ. ευρώ έναντι του στόχου. Η μείωση οφείλεται κυρίως στον ετεροχρονισμό μεταβιβάσεων προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και λοιπούς φορείς, καθώς και σε χαμηλότερες επενδυτικές πληρωμές.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι πώς θα αξιοποιηθεί αυτό το δημοσιονομικό «μαξιλάρι». Παρότι η κυβέρνηση επιμένει στη γραμμή της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της συμμόρφωσης με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, η σημαντική υπέρβαση των στόχων – ακόμη και μετά τις τεχνικές προσαρμογές – δημιουργεί προσδοκίες για στοχευμένες παρεμβάσεις. Ειδικά σε μια περίοδο όπου η κοινωνική πίεση από το αυξημένο κόστος ζωής παραμένει έντονη και το πολιτικό ημερολόγιο οδηγεί προς εκλογικό κύκλο, το ενδεχόμενο μετατροπής μέρους του πλεονάσματος σε παροχές ή ενισχύσεις για ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, χαμηλοσυνταξιούχους ή οικογένειες με παιδιά αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Η εκτέλεση του προϋπολογισμού του πρώτου μήνα δεν καθορίζει από μόνη της την πορεία του έτους. Ωστόσο, το ισχυρό ξεκίνημα του 2026 ενισχύει την εικόνα σταθερότητας και δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο. Το αν αυτός ο χώρος θα μεταφραστεί σε αναπτυξιακές πρωτοβουλίες ή κοινωνικές ενισχύσεις, θα αποτελέσει μία από τις κεντρικές πολιτικές συζητήσεις των επόμενων μηνών.