Μέχρι σήμερα, για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους στην Ελλάδα, οι συλλογικές συμβάσεις ήταν περισσότερο μια ανάμνηση της προ-κρίσης εποχής παρά ένα ζωντανό εργαλείο προστασίας. Μισθοί καθορισμένοι στην πράξη από την αγορά, ατομικές συμβάσεις με όρους «ό,τι αντέχεις» και μια διαρκής ανασφάλεια για το τι ισχύει μετά τη λήξη κάθε σύμβασης.

Το νέο σχέδιο νόμου για την Εθνική Κοινωνική Συμφωνία και την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας υπόσχεται να αλλάξει αυτό το τοπίο – ή τουλάχιστον να το διορθώσει. Επαναφέρει έννοιες που είχαν αποδυναμωθεί στα χρόνια των μνημονίων, διευκολύνει την επέκταση των συλλογικών συμβάσεων και επιχειρεί να επαναφέρει τη συλλογική διαπραγμάτευση στο κέντρο της εργασιακής ζωής.

Advertisement
Advertisement

Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι τι γράφεται στο νομοσχέδιο, αλλά τι θα αλλάξει πραγματικά στην καθημερινότητα του εργαζόμενου. Θα σημάνει ουσιαστικές αυξήσεις μισθών και σταθερότερους όρους εργασίας ή απλώς μια πιο «κομψή» αναδιατύπωση ενός πλαισίου που αφήνει την τελική ισχύ στους ισχυρότερους παίκτες της αγοράς; Ανάμεσα στις θετικές προβλέψεις και τις γκρίζες ζώνες εφαρμογής, το νέο πλαίσιο δοκιμάζεται από τώρα στο πιο απαιτητικό πεδίο, την πραγματική οικονομία και την άνιση σχέση εργοδότη-εργαζόμενου.

Τι αλλάζει;

  • Εύκολη επέκταση των Συλλογικών Συμβάσεων:Το απαραίτητο ποσοστό κάλυψης για την επέκταση μιας συλλογικής σύμβασης μειώνεται από 50% σε 40% των εργαζομένων στον κλάδο. Παράλληλα, όταν η σύμβαση υπογράφεται από τους Εθνικούς Κοινωνικούς Εταίρους, το ποσοτικό κριτήριο παύει να εξετάζεται. Αυτό σημαίνει θεωρητικά ότι περισσότερες συλλογικές συμβάσεις μπορούν να επεκταθούν πιο γρήγορα σε μεγαλύτερη μερίδα εργαζομένων — μια θετική εξέλιξη για την κάλυψή τους με όρους που καθορίζονται συλλογικά.  
  • Επαναφορά πλήρους μετενέργειας:Μετά τη λήξη μιας συλλογικής σύμβασης, όλοι οι όροι της συνεχίζουν να ισχύουν για τρίμηνη περίοδο. Μετά την τρίμηνη παράταση, εξακολουθούν να ισχύουν έως ότου συναφθεί νέα συλλογική ή ατομική σύμβαση. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την μνημονιακή μερική μετενέργεια, που εδώ και χρόνια περιόριζε τα δικαιώματα των εργαζομένων μετά τη λήξη των συμβάσεων — μια πρακτική που είχε οδηγήσει σε πραγματική αποδυνάμωση των όρων εργασίας και της ασφάλειας των μισθωτών.  
  • Διευκολύνσεις στις διαδικασίες επίλυσης διαφορών:Ο νόμος εισάγει μηχανισμούς προελέγχου και επιτάχυνση της προσφυγής στη μεσολάβηση και διαιτησία μέσω νέας τριμελούς επιτροπής στον ΟΜΕΔ. Στόχος είναι να μειωθούν οι ατέρμονες διαδικασίες που συχνά αδρανοποιούν τη συλλογική διεκδίκηση. 

Στην πράξη τώρα, είναι προφανές ότι δεν αρκεί μόνο η νομοθεσία. Για να γίνουν πραγματικότητα οι βελτιώσεις, απαιτείται συνδικαλιστική ανασυγκρότηση και ενεργοποίηση των εργαζομένων, κάτι που δεν επιτυγχάνεται με μηχανισμούς που στοχεύουν μόνο στη συμφιλίωση των κοινωνικών εταίρων.


Η ουσιαστική κάλυψη και οι αυξήσεις μισθών εξαρτώνται από τα συμφέροντα των εργοδοτών, την εκπροσώπηση των εργαζομένων και την πραγματική διαπραγματευτική δύναμη που έχουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις στα πλαίσια αυτά.